Thursday, February 22, 2007

ΝΕΟΣ ΤΟΠΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ!




Από εδώ και πέρα, τα εγκλήματα θα διαπράττονται στη νέα μας διεύθυνση:



Monday, February 19, 2007

Albert Fish: Η επιτομή της διαστροφής (I)


Υπάρχουν λίγοι δολοφόνοι στην αμερικανική ιστορία, που μνημονεύονται σήμερα ως τόσο διαταραγμένοι και δαιμονικοί, όσο ο φαινομενικά ευγενής και άκακος Albert Fish. Έμοιαζε με τον αγαπημένο παππού κάθε παιδιού, αλλά πίσω από την ευγενική του όψη και τα ασημένια του μαλλιά και μουστάκι, παραφύλαγε ένα ειδεχθές τέρας, που κυνηγούσε τα μικρά και αθώα θύματά του με τα τρομακτικά «εργαλεία» του: έναν μπαλτά, ένα χασαπομάχαιρο και ένα πριόνι. Όπως ο ίδιος ομολόγησε, είχε κακοποιήσει πάνω από 400 παιδιά σε περίοδο 20 χρόνων και, όπως το διατύπωσε ένας από τους σοκαρισμένους ψυχιάτρους που το εξέτασαν «έζησε μια ζωή απαράμιλλης διαστροφής». Ο Albert Fish παραμένει ο γηραιότερος άνθρωπος που πέθανε στην ηλεκτρική καρέκλα, αν και το τέλος του ήρθε πολύ αργότερα από αυτό πολλών θυμάτων του.

Μετά τη σύλληψή του, ο Fish θα έριχνε το φταίξιμο για τα εγκλήματά του στις συνθήκες της παιδικής του ηλικίας. Αν και οι πρόγονοί του είχαν αγωνιστεί στην Αμερικανική Επανάσταση, ο Fish εγκαταλείφθηκε από τους γονείς του σε μικρή ηλικία και κλείστηκε σε ορφανοτροφείο, όπου είχε και τις πρώτες του εμπειρίες από βίαιες και σαδιστικές πράξεις. Γεννήθηκε το 1870 στη Washington και αργότερα παντρεύτηκε και απέκτησε έξι παιδιά. Απέκτησε τη βασική εκπαίδευση και κυρίως εργαζόταν σε χειρωνακτικές δουλειές. Είναι πιθανό η ψύχωσή του να είχε εκδηλωθεί νωρίτερα, αν και σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός από τα παιδιά του, η περίεργη και απρόβλεπτη συμπεριφορά του δεν είχε βγει στην επιφάνεια, μέχρι τον Ιανουάριο του 1917. Εκείνη την εποχή η σύζυγός του τον εγκατέλειψε για έναν εργάτη, τον John Straube, ο οποίος νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι των Fish. Ο Fish επέστρεψε σπίτι του από τη δουλειά μια μέρα, και βρήκε τη γυναίκα του φευγάτη και το σπίτι άδειο από έπιπλα.

Η κ. Fish ήταν και η ίδια κάπως περίεργη. Κάποια στιγμή επέστρεψε στον Fish, μαζί με τον Straube, και ρώτησε τον Fish αν μπορούσαν να μείνουν όλοι μαζί. Εκείνος της απάντησε ότι η ίδια ήταν ευπρόσδεκτη, όχι όμως και ο εραστής της. Εκείνη συμφώνησε και έδιωξε τον Straube, για να αποκαλυφθεί από τον Fish αργότερα ότι τον είχε εγκαταστήσει στη σοφίτα του σπιτιού!! Ο Fish της είπε ξανά ότι εκείνη μπορούσε να μείνει στο σπίτι αλλά ο Straube έπρεπε να φύγει. Τελικά έφυγαν και οι δύο και κανείς στην οικογένεια δεν ξανάκουσε γι’ αυτούς.

Wisteria Cottage

Λίγο καιρό μετά, ο Fish άρχισε να συμπεριφέρεται πολύ περίεργα. Πήγαινε συχνά με τα παιδιά του στο εξοχικό της οικογένειας, το Wisteria Cottage, στην κομητεία του Westchester στη Νέα Υόρκη, όπου τον έβλεπαν έντρομα να σκαρφαλώνει στην κορφή ενός κοντινού λόφου, να σηκώνει οργισμένος τη γροθιά του στον ουρανό και να ουρλιάζει ακατάπαυστα: «Είμαι ο Χριστός!». Ο πόνος έδειχνε να τον ευχαριστεί, είτε τον αισθανόταν ο ίδιος, είτε τον προκαλούσε σε άλλους. Εύρισκε ευχαρίστηση στο να μαστιγώνεται και να χτυπιέται με ένα κουπί. Ενθάρρυνε τόσο τα δικά του, όσο και τα παιδιά των γειτόνων να τον χτυπούν με το κουπί στους γλουτούς μέχρι να ματώσουν. Αρκετές φορές πάνω στο πλατύ μέρος του κουπιού υπήρχαν καρφιά. Επίσης είχε χώσει στο σώμα του έναν μεγάλο αριθμό από βελόνες, τις περισσότερες από αυτές στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, και έκαιγε συνεχώς τον εαυτό του με πυρωμένα σίδερα και τσιμπίδες. Συνήθιζε να απαντά σε αγγελίες χήρων γυναικών που αναζητούσαν σύζυγο. Οι επιστολές του –46 από τις οποίες προσκομίστηκαν στο δικαστήριο ως αποδεικτικά στοιχεία- ήταν τόσο αρρωστημένες και χυδαίες, που η κατηγορούσα αρχή αρνήθηκε να τις δώσει στη δημοσιότητα. Βασικά ο Fish έγραφε στις κυρίες ότι δεν τον ενδιέφερε ο γάμος, αλλά η θέλησή τους να τον χτυπούν. Καμία από τις γυναίκες δεν δέχτηκε τις προτάσεις του.

Ακτινογραφία της περιοχής των γεννητικών οργάνων του Fish. Φαίνονται καθαρά οι βελόνες .

Τις νύχτες με πανσέληνο ο Fish, όπως κατέθεσαν αργότερα τα παιδιά του, κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες ωμού κρέατος. Με την πάροδο των χρόνων συγκέντρωσε άφθονο υλικό σχετικό με τον κανιβαλισμό και κουβαλούσε τα πιο μακάβρια άρθρα επάνω του, όπου και αν πήγαινε. Πριν ακόμα στραφεί στο φόνο, ο Fish είχε εξεταστεί από τους ψυχιάτρους του Bellevue και είχε αφεθεί ελεύθερος με τη διάγνωση «διαταραγμένος αλλά με σώας τας φρένας».

Το πότε και που ο Fish έγινε δολοφόνος για πρώτη φορά είναι άγνωστο. Ομολόγησε έξι φόνους και αναφέρθηκε αόριστα σε δεκάδες άλλους, αν και τα θύματά του, όπως και οι ημερομηνίες και οι τοποθεσίες θανάτου τους, είχαν χαθεί στην συγκεχυμένη μνήμη του. Ομολόγησε τη δολοφονία ενός άντρα στο Wilmington του Delaware, τον ακρωτηριασμό και το βασανισμό έως θανάτου ενός διανοητικά καθυστερημένου αγοριού στη Νέα Υόρκη το 1910, τη δολοφονία ενός μαύρου αγοριού στη Washington το 1919, τη σεξουαλική κακοποίηση και τη δολοφονία του τετράχρονου William Gaffney το 1929 και τον στραγγαλισμό της πεντάχρονης Francis McDonnell στο Long Island το 1934. Από τους φόνους που πραγματοποίησε ο Fish, αυτός που έκανε τη μεγαλύτερη αίσθηση ήταν η απαγωγή και η φρικιαστική σφαγή της Grace Budd, το 1928. Η απαγωγή της οδήγησε σε ανθρωποκυνηγητό έξι χρόνων. Η αστυνομία είχε χάσει κάθε ελπίδα ότι θα διαλεύκανε ποτέ την υπόθεση, μέχρι που ένα ισχνό ίχνος, το οποίο προέκυψε από ανώνυμο γράμμα που στάλθηκε στους γονείς του θύματος, οδήγησε τους ντετέκτιβς στον Albert Fish.

Ο Fish παρουσιάστηκε στην οικογένεια Budd με έναν τρόπο που ποτέ δεν δημιούργησε υποψίες στην οικογένεια των βιοπαλαιστών. Ο Albert Budd, ο πατέρας της Grace, κέρδιζε τα προς το ζην εργαζόμενος ως θυρωρός, αλλά αυτά που έβγαζε δεν έφθαναν για να συντηρηθεί η οικογένειά του, η οποία αποτελούταν από τον ίδιο, τη σύζυγό του Delia, τον δεκαοχτάχρονο γιο τους Edward, τον Albert Junior, τη Grace και τη μικρότερη όλων, την πεντάχρονη Beatrice. Για να βοηθήσει τον πατέρα του, ο Edward δημοσίευσε μιαν αγγελία για δουλειά, στις 27 Μαΐου του 1928, στην εφημερίδα New York World Telegram. Η αγγελία του έλεγε: «Νέος άνδρας, 18 ετών, ζητά εργασία στην περιοχή της κομητείας» και ακολουθούσε το όνομα και η διεύθυνσή του.

Το ίδιο απόγευμα, ένας καλοντυμένος Albert Fish απάντησε στην αγγελία και εμφανίστηκε στο σπίτι των Budd, στην περιοχή Chelsea του Manhattan. Συστήθηκε ως κ. Frank Howard, αγρότης από το Long Island, ο οποίος ήταν πρόθυμος να πληρώνει $15 την εβδομάδα σε έναν φιλότιμο νεαρό εργάτη. Η οικογένεια δεν μπορούσε να πιστέψει την καλή τύχη του Edward και προσκάλεσε τον κ. Howard σπίτι της. Αφού άκουσε την περιγραφή της φάρμας, ο Edward αποδέχτηκε τη θέση και ο κ. Howard υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε την επόμενη εβδομάδα για να πάρει μαζί του, όχι μόνο τον Edward αλλά και το φίλο του Willie. Υπερθεμάτισε λέγοντας ότι υπήρχε αρκετή δουλειά και για τα δύο αγόρια.

Ο Fish δεν επέστρεψε το επόμενο Σάββατο, στις 2 Ιούνη, όπως είχε υποσχεθεί, αλλά έστειλε ένα τηλεγράφημα με τη συγγνώμη του, και τελικά έφτασε τη Δευτέρα. Η οικογένεια εντυπωσιάστηκε από τους τρόπους του και τον προσκάλεσε να μείνει για φαγητό, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Fish συμπεριφέρθηκε ως παππούς στα παιδιά των Budd, μοιράζοντάς τους δωράκια και χαρτζιλίκι. Έδωσε λίγα χρήματα στον Edward και στον Willie και τους είπε ότι, αφού τακτοποιούσε μιαν υποχρέωση που είχε, θα περνούσε το βραδάκι να τους πάρει να πάνε στη φάρμα. Ύστερα είπε στους εύπιστους Budd ότι είχε μιαν έκπληξη για το μεγαλύτερο κοριτσάκι τους, τη Grace: θα την έπαιρνε μαζί του σε ένα παιδικό πάρτυ γενεθλίων, στο σπίτι της αδελφής του στη γωνία της137ης Οδού και Colombus Avenue. Οι Budd συμφώνησαν και ξεπροβόδισαν τον Fish και τη Grace, η οποία φόρεσε το άσπρο Κυριακάτικο φορεματάκι της. Τους παρακολούθησαν να ξεμακραίνουν στο δρομάκι, με τον Fish να κρατάει στοργικά την κόρη τους από το χέρι. Δεν τους πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό πως αυτή ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπαν ζωντανή.

Η Grace Budd, με τη μητέρα της και συγγενείς, την εποχή της εξαφάνισής της.

Όταν η Grace δεν επέστρεψε σπίτι το βράδυ, οι Budd ανησύχησαν, αλλά υπέθεσαν πως το πάρτυ είχε τραβήξει σε μάκρος και η κόρη τους κοιμόταν ασφαλής στο σπίτι της αδελφής του κ. Howard. Προσπάθησαν σκληρά να πείσουν τους εαυτούς τους γι’ αυτό, ακόμα και το επόμενο πρωί, όταν δεν εμφανίστηκε η Grace. Τελικά ο Albert Budd αποφάσισε να πάει ο ίδιος στη διεύθυνση που τους είχε αφήσει ο κ. Howard και να αναζητήσει την κόρη του. Σύντομα ανακάλυψε πως η διεύθυνση ήταν ανύπαρκτη: η Colombus έφθανε μόνο μέχρι την 109η Οδό. Έτρεξε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, απ’ όπου τον έστειλαν στον Γραφείο Εξαφανισθέντων Προσώπων και στον βετεράνο ντετέκτιβ William King. Οι αστυνομικοί βρήκαν την υπόθεση παράξενη και ενδιαφέρουσα ήδη από την αρχή. Δεν τους πήρε πολύ να εξακριβώσουν ότι Frank Howard, αγρότης στο Long Island δεν υπήρχε. Επίσης συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν κανένα στοιχείο για την πραγματική ταυτότητα του απαγωγέα. Ο άντρας είχε φροντίσει να καλύψει καλά τα ίχνη του, προνοώντας ακόμη να πάρει πίσω από τους Budd το τηλεγράφημα που τους είχε στείλει. Προφασίστηκε μια δικαιολογία για διαμαρτυρία στην Τηλεγραφική Υπηρεσία.

Παρ’ όλα αυτά ο King και άλλα μέλη του Γραφείου άρχισαν μια μακρά και δύσκολη έρευνα για το αντίγραφο του τηλεγραφήματος. Ήταν ο μόνος σύνδεσμος που είχαν με τον απαγωγέα της Grace και τρεις υπάλληλοι του Τηλεγραφείου πέρασαν περισσότερες από 15 ώρες ψάχνοντας δεκάδες χιλιάδες αντίγραφα τηλεγραφημάτων, μαζί με τον King, πριν βρουν αυτό που είχε στείλει ο Howard. Το μόνο στοιχείο που ανακάλυψαν ήταν πως είχε σταλεί από ένα γραφείο στο Ανατολικό Χάρλεμ. Η πρώτη τους ιδέα ήταν να ψάξουν κάθε σπίτι στην περιοχή, την εγκατέλειψαν όμως ως ανεφάρμοστη. Ο King εστίασε στη συνέχεια σε έναν άλλο αδύναμο σύνδεσμο, ένα μικρό κεφάλι τυρί και ένα καφασάκι φράουλες που ο Howard είχε αγοράσει για την κ. Budd. Της είχε πει ότι ήταν φρέσκιες από τη φάρμα του. Οι αστυνομικοί χτένισαν το Ανατολικό Χάρλεμ, μέχρι που ανακάλυψαν το delicatessen απ’ όπου ο Howard είχε αγοράσει το τυρί και στη συνέχεια έναν πλανόδιο μανάβη που του είχε πουλήσει τις φράουλες. Ο μανάβης θυμόταν τον άντρα και τον περιέγραψε με λεπτομέρεια, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε άλλο σημαντικό γι αυτόν. Και αυτό το ίχνος δεν απέδωσε περισσότερα.


Συνεχίζεται

Monday, February 12, 2007

Το "σιδέρωμα" της Σπυριδούλας II



Λαϊκό ίνδαλμα
Η αποκάλυψη των λεπτομερειών του γεγονότος συγκίνησε έντονα την κοινή γνώμη και ο Τύπος δεν άφησε την ευκαιρία χαμένη για να αυξήσει θεαματικά τις πωλήσεις του, απευθυνόμενος εύστοχα στο θυμικό των αναγνωστών. Για περίπου έναν μήνα, οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευαν μακροσκελή ρεπορτάζ με αναλυτικές πληροφορίες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό για τη ζωή της Σπυριδούλας στο χωριό της και στο σπίτι του ζεύγους Βεϊζαδέ, αφηγήσεις των γονιών, του αδελφού και των γειτόνων της και αναλυτικές περιγραφές από το σύνολο, σχεδόν, των καθημερινών δραστηριοτήτων της στο νοσοκομείο.

Ενδεικτικό του τεράστιου και πρωτοφανούς κοινωνικού ενδιαφέροντος που προκάλεσε η περίπτωσή της, ήταν το γεγονός πως ήδη από τις πρώτες ημέρες χρειάστηκαν να επέμβουν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις για να διαλύσουν τα πλήθη των προσερχόμενων στο νοσοκομείο, ενώ την ίδια στιγμή μεγάλες ποσότητες από δώρα, σοκολάτες και γλυκά πάσης φύσεως, ακόμα και καλλυντικά είχαν συγκεντρωθεί στο θάλαμο όπου νοσηλευόταν η Σπυριδούλα.


Εκδηλώσεις ενθουσιασμού και θερμής συμπαράστασης στο πρόσωπο της Σπυριδούλας,
η οποία σε λίγες ημέρες είχε γίνει το κύριο θέμα της επικαιρότητας…

Επίσης, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο νοσοκομείο την επισκέφθηκαν βουλευτές, ο δήμαρχος Πειραιά, ο Μητροπολίτης Λάρισας, ηθοποιοί και άλλοι καλλιτέχνες, καθώς και εκπρόσωποι κοινωνικών ιδρυμάτων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Ο πλαστικός χειρουργός Β. Οικονόμου εξέφρασε την επιθυμία να πραγματοποιήσει δωρεάν πλαστική εγχείρηση στα τραύματα της Σπυριδούλας, ενώ και ο γιατρός της βασιλικής οικογένειας, καθηγητής Θ. Δοξιάδης, «επισκέφθηκε στο Τζάνειο την Σπυριδούλα Ράπτη και αφού ενημερώθηκε για την πορεία της υγείας της, την επισκέφθηκε και της εξέφρασε το ενδιαφέρον, τόσο του ιδίου, όσο και των Βασιλέων. Ο καθηγητής μετέφερε στην Σπυριδούλα το ενδιαφέρον του Βασιλιά για ταχεία και πλήρη ανάρρωση και της υποσχέθηκε ότι θα της παρασχεθεί πλήρης ιατροφαρμακευτική περίθαλψη» (εφημερίδα «Η Απογευματινή» - Σάββατο 13 Αυγούστου 1955).

Κινηματογραφιστές πρότειναν να πρωταγωνιστήσει σε ταινία, λόγω της δημοτικότητάς της, ενώ παράλληλα διενεργήθηκαν αλλεπάλληλοι έρανοι για τη συγκέντρωση χρημάτων που θα συνέβαλαν στην αποκατάσταση της υγείας της. Ανάμεσά τους ήταν οι αξιωματικοί και οι ναύτες της 6ης Μοίρας του αμερικανικού Ναυτικού, οι οποίοι πρόσφεραν στην Σπυριδούλα περισσότερα από 1.000 δολ. ώστε να τη βοηθήσουν «να κάνει την προίκα της» (εφημερίδα «Ακρόπολις» - Τετάρτη 17 Αυγούστου 1955).

Ο Γενικός Γραμματέας της Γ.Σ.Ε.Ε. Κ. Μακρής ζήτησε από οικοδόμους, τεχνίτες, ξυλουργούς και άλλες σχετικές ειδικότητες να προσφέρουν δωρεάν εργασία για την ταχεία ανέγερση ενός σπιτιού το οποίο θα δωριζόταν στην Σπυριδούλα. «Με ενθουσιασμό θα αποκαταστήσουμε το κορίτσι που είναι σύμβολο της βιοπάλης» δήλωσε στις 18 Αυγούστου.

Εξάλλου, ένας πολίτης πρότεινε την καθιέρωση του όρου «βεϊζαδισμός» ως συνώνυμου της ωμότητας και της βαρβαρότητας, κάποιος άλλος πρόσφερε μέρος του σώματός του για να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση που θα απαιτούταν πλαστική επέμβαση, ενώ πολλοί πολίτες, με επιστολές τους στις εφημερίδες, ζητούσαν από τους δικαστές να εξαντλήσουν όλη την αυστηρότητά τους και να επιβληθεί στους εγκληματίες η ίδια τιμωρία: κάψιμο με σίδερο! Ακόμα, ένας 17χρονος μαθητής από την Καλαμάτα έκανε, μέσω του Τύπου, πρόταση γάμου στην Σπυριδούλα, με τη συναίνεση μάλιστα της οικογένειάς του (η είδηση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Απογευματινή» στις 23 Αυγούστου 1955).


Μία ακόμη (σκηνοθετημένη;) φωτογραφία της Σπυριδούλας, που εκείνη την
εποχή είχε εξελιχθεί σε ένα από πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στην Ελλάδα

Επίσης, η περιπέτεια της Σπυριδούλας, ενέπνευσε τον Αντ. Παπαδημητρίου (κάτοικο του Πειραιά) να γράψει και να δημοσιεύσει το παρακάτω ποίημα, που θυμίζει έντονα το περίφημο τραγούδι «Η Κακούργα Πεθερά» του Ι. Μοντανάρη, που είχε γραφτεί με αφορμή τη δολοφονία του Δ. Αθανασόπουλου (βλέπε σχετικό θέμα στο «Έγκλημα και Τιμωρία» - 18 Σεπτεμβρίου 2006):
«Ακούσατε τι έγινε κοντά στην Παναγίτσα;
Η Αντιγόνη έβαλε το σίδερο στην πρίζα
αφού το ζέστανε καλά, πιάνει την Σπυριδούλα
όπου την πήρε από μικρή για να την έχει δούλα
αφού τη ζέστανε καλά, τη δένει στο κρεβάτι
την σιδερώνει άσπλαχνα στα μούτρα και την πλάτη.
Ολόγυμνη τη γδύσανε επάνω στο κρεβάτι
Και ρίχτηκαν επάνω της σα μανιασμένοι δράκοι.
Ο άντρας της την κράταγε σα λυσσασμένος λύκος
κι εκείνη της σιδέρωνε τα μούτρα και το στήθος.
Άσπλαχνη, δε λυπήθηκες, δεν πόνεσες λιγάκι
σαν άκουσες το δύστυχο κι άτυχο κοριτσάκι
που το εμπιστεύθηκε η μάνα του σ’ εσένα
τ’ αποχωρίστηκε και ήρθε εδώ στα ξένα.
Πολλά καλά της έταζες, πως θα την προστατεύσεις
Και συ, κακούργα, βάλθηκες για να την ξεμπερδέψεις
ήθελα να ‘μουν δικαστής, για να σας δικάσω
τους δυο σας χειροπόδαρα, μαζί να σας κρεμάσω»

Κυκλοφόρησαν ακόμα και σπιρτόκουτα με τη φωτογραφία της Σπυριδούλας στην μπροστινή όψη!…



Χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εφημερίδας
«Ελευθερία» στις 14/8/1955




Εξαγνισμός…
Στις αρχές Σεπτεμβρίου και μετά από ένα μήνα παραμονής στο νοσοκομείο, η Σπυριδούλα Ράπτη πήρε εξιτήριο και επέστρεψε στο χωριό της. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, όλοι οι εργαζόμενοι του Τζάνειου την «ξεπροβόδησαν και της ευχήθηκαν κάθε ευτυχία στη ζωή της, ενώ κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος την επευφημούσε και της ευχόταν να έχει καλή τύχη».

Η Σπυριδούλα, με τη βοήθεια των νοσοκόμων, κάνει τις πρώτες βόλτες της στους διαδρόμους
του νοσοκομείου, καθώς η κατάσταση της υγείας της σημείωσε γρήγορα θεαματική βελτίωση



Περίπου πέντε μήνες αργότερα, στις 30 και 31 Ιανουαρίου 1956 πραγματοποιήθηκε η δίκη για την υπόθεση, στο Κακουργιοδικείο Λαμίας, που επιλέχθηκε ώστε να μην οξυνθούν περαιτέρω τα πνεύματα στον Πειραιά.

Εντούτοις, και τις δύο ημέρες που κράτησε η ακροαματική διαδικασία, πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο έξω από το δικαστικό μέγαρο και απειλούσε με λιντσάρισμα τον Γιώργο και την Αντιγόνη Βεϊζαδέ. Οι αστυνομικοί τους μετέφεραν με ιδιαίτερη προσοχή και αυξημένα μέτρα προστασίας προς και από την αίθουσα του δικαστηρίου, ενώ οι δικαστικές αρχές απέφευγαν να κοινοποιήσουν την ακριβή ώρα έλευσης των κατηγορουμένων, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν δυσάρεστα επεισόδια.

Πρώτη μάρτυρας ήταν η ίδια η Σπυριδούλα, η οποία στην κατάθεσή της εξιστόρησε τη ζωή της με το ζεύγος Βεϊζαδέ και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο την έκαψαν με το πυρακτωμένο σίδερο την 1η και 2η Αυγούστου 1955.


Η Σπυριδούλα καταθέτει στο Κακουργιοδικείο Λαμίας
(φωτοτυπία φωτογραφίας, που δημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα «Ελευθερία» στις 31/1/1956)

Ακολούθως, ο μάρτυρας κατηγορίας Ν. Ρώτας, γείτονας του ζεύγους Βεϊζαδέ, κατέθεσε ότι «την Τρίτη πριν από την αποκάλυψη του εγκλήματος, κατά τις 9 το βράδυ, ήμουνα στην αυλή του σπιτιού μου και (…) άκουσα τον ήχο ενός χαστουκιού και μετά μια αντρική φωνή να ρωτάει σε ένατονο ύφος που είναι τα λεφτά. Δεν άκουσα κλάματα παιδιού κι έτσι φαντάστηκα πως οι Βεϊζαδέ είχαν κάποιο συζυγικό καυγαδάκι».

Γιατροί και νοσοκόμες του Τζάνειου Νοσοκομείου κατέθεσαν για την κατάσταση στην οποία ήταν η Σπυριδούλα όταν έφτασε στο νοσοκομείο και περιέγραψαν τις προσπάθειες που κατέβαλαν για να σωθεί. Ο ιατροδικαστής Συλλάνταβος επικαλέστηκε την έκθεσή του σχετικά με τα εγκαύματα στο σώμα της Σπυριδούλας και επέμεινε στην άποψή του πως η Σπυριδούλα συγκρατιόταν με τη βία στο τραπέζι την ώρα που οι Βεϊζαδέ της προκαλούσαν τα εγκαύματα με το σίδερο.

Στις απολογίες τους και οι δύο επέμειναν στους αρχικούς τους ισχυρισμούς ότι επρόκειτο για ατύχημα και ο πως ο Γ. Βεϊζαδές δεν συμμετείχε στην πράξη. Η αντ. Βεϊζεδέ, μάλιστα, υποστήριξε ότι η έκταση των εγκαυμάτων στο σώμα της Σπυριδούλας οφειλόταν στο γεγονός ότι «εκύλησε στα σκαλοπάτια, μπερδεύτηκε με το σίδερο και εκάη».

Τελικώς, το δικαστήριο επέβαλε στην Αντιγόνη και τον Γιώργο Βεϊζαδέ ποινή φυλάκισης 5 και 4,5 ετών, αντιστοίχως, για «πρόκληση βαρειών σωματικών βλαβών σε βαθμό κακουργήματος», ενώ επιδίκασε και ποσό 20.000 δρχ. για τη ψυχική οδύνη της Σπυριδούλας. Οι ένορκοι αναγνώρισαν ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόθεση να οδηγήσουν την 12χρονη στην κατάσταση αυτή. Ωστόσο, η (μικρή) διαφορά της ποινής μεταξύ των δύο κατηγορουμένων οφείλεται στο γεγονός πως, σύμφωνα με την ετυμηγορία τους, ο Γ. Βεϊζαδές πριν από την τέλεση του αδικήματος είχε «βίον ηθικόν και έντιμον», ενώ μετά επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια, κάτι που δεν δέχθηκαν για τη σύζυγό του Αντιγόνη. Σημειώνεται, πως σύμφωνα με δημοσίευμα εφημερίδας του Αγρινίου, η Αντ. Βεϊζαδέ, κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε εργασθεί για τα SS, κάτι που, αν και δεν διευκρινίστηκε στη δίκη, ίσως βάρυνε στην τελική απόφαση.



Η αναγγελία των ποινών, που επιβλήθηκαν στο ζεύγος Βεϊζαδέ,
στην εφημερίδα «Ελευθερία» της 1ης Φεβρουαρίου 1956


Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αποσαφηνίστηκε, επίσης, αν πράγματι είχαν αφαιρεθεί τα 50 δολάρια από τη ντουλάπα του ζεύγους και έτσι κάποιες (μη διασταυρωμένες) πληροφορίες, που είδαν το φως της δημοσιότητας εκείνες τις ημέρες, ενίσχυσαν μια άλλη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, εκδοχή της υπόθεσης: σύμφωνα με αυτές, η Αντ. Βεϊζαδέ είχε εξομολογηθεί ότι γνώριζε πως η Σπυριδούλα δεν είχε κλέψει το χαρτονόμισμα, αλλά την έκαψε για να την… εξαγνίσει από τις αμαρτίες της! Επρόκειτο, δηλαδή, για μια ιδιότυπη μορφή σύγχρονου καθαρτηρίου…

Μετά την έκδοση της απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης των Βεϊζαδέ κατέθεσαν αίτηση αναίρεσης της απόφασης στον Άρειο Πάγο, η οποία ωστόσο δεν έγινε δεκτή.

Ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ πέθαναν μερικά χρόνια αργότερα, ενώ είναι άγνωστο τι απέγινε η κόρη τους. Η Σπυριδούλα Ράπτη παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου διατηρεί εμπορικό κατάστημα. Τα σημάδια στο σώμα της επουλώθηκαν πλήρως, αλλά μόνο η ίδια γνωρίζει αν έμειναν σημάδια στη ψυχή της!

Η ιστορία, η οποία συντάραξε τη χώρα πριν από μισό αιώνα, δεν έχει ξεχαστεί μέχρι σήμερα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ακόμα μιλούν για το «σιδέρωμα της Σπυριδούλας»…

Σημειώνεται, τέλος, ότι η υπόθεση έχει παρουσιαστεί τόσο στην εκπομπή «Πρώτη Σελίδα» (με συνέντευξη της ίδιας της Σπυριδούλας) του δημοσιογράφου και συγγραφέα Φρέντυ Γερμανού, που προβαλλόταν στην Ε.Ρ.Τ. την περίοδο 1979 – 1988, όσο και στην εκπομπή του «Αντέννα» «Ανατομία ενός εγκλήματος» (την τηλεοπτική περίοδο 1992 – 1993), με τίτλο επεισοδίου «Καθαρτήριο». Ακόμα, σύμφωνα με μία εκδοχή, από την ιστορία αυτή ο Παύλος Σιδηρόπουλος εμπνεύστηκε το όνομα του θρυλικού συγκροτήματος «Σπυριδούλα», που δημιούργησε το 1976.


ΠΗΓΕΣ
-Αρχείο εφημερίδων «Ακρόπολις», «Η Απογευματινή» και «Ελευθερία»
-Πρακτικά δίκης Γιώργου και Αντιγόνης Βεϊζαδέ, Κακουργιοδικείο Λαμίας, 30 και 31 Ιανουαρίου 1956
-Στάθη Βαλούκου: «Η ελληνική τηλεόραση (1967-1998)», εκδόσεις «Αιγόκερως» 1998

Saturday, February 03, 2007

Το "σιδέρωμα" της Σπυριδούλας I






Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ιστορία της Σπυριδούλας Ράπτη συγκλόνισε την Ελλάδα, προκάλεσε πρωτοφανές ενδιαφέρον σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και ανέδειξε ένα… λαϊκό ίνδαλμα. Η υπόθεση αυτή, μολονότι δεν αφορούσε σε κάποια στυγερή δολοφονία, παραμένει μία από τις χαρακτηριστικότερες στα ποινικά χρονικά της μετεμφυλιακής περιόδου -εμβληματική, επίσης, σχετικά με τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής, αλλά και την «ιδιοσυγκρασία» του κοινωνικού σώματος- ενώ μισό αιώνα αργότερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που εξακολουθούν να θυμούνται την περιπέτειά της…

Οι γιατροί του Τζάνειου Νοσοκομείου στον Πειραιά έμειναν άναυδοι με το θέαμα που αντιμετώπισαν στις 8 το πρωί της Πέμπτης 4 Αυγούστου 1955. Μπροστά τους στεκόταν, τυλιγμένη σε μια μπλε κουβέρτα, η 12χρονη Σπυριδούλα Ράπτη, με περίεργα σημάδια στο πρόσωπο και τρομαγμένη έκφραση στα μάτια. Η Σπυριδούλα εργαζόταν, τα τελευταία δύο χρόνια, ως υπηρέτρια στο σπίτι του ζεύγους Γιώργου και Αντιγόνης Βεϊζαδέ, στην Καλλίπολη του Πειραιά. Η Αντ. Βεϊζαδέ, μια έντονα θρησκευόμενη γυναίκα και μητέρα ενός κοριτσιού 2,5 ετών, που συνόδευε την Σπυριδούλα, εξήγησε πως η μικρή κάηκε όταν έπεσε πάνω της μια κατσαρόλα με καυτό νερό.

Οι γιατροί αφαίρεσαν την κουβέρτα και διαπίστωσαν πως πολλά σημεία του σώματός της έφεραν εκτεταμένα εγκαύματα, τα οποία είχαν «ζωή» τουλάχιστον δύο ημερών και υπήρχε κίνδυνος να μολυνθούν. Επιπλέον, η Σπυριδούλα παρουσίαζε υψηλό πυρετό και είχε έντονους πόνους. Αμέσως, την τοποθέτησαν γυμνή σε ειδικό κρεβάτι με ξύλινο σκελετό σκεπασμένο με κουβέρτες, καθώς τα σεντόνια κολλούσαν στις πληγές της, ενώ παράλληλα της παρείχαν διαρκώς ορούς. Η Αντ. Βεϊζαδέ ρώτησε τους γιατρούς αν θα μπορούσε να μείνει κοντά στην 12χρονη και τις δύο επόμενες ημέρες την επισκεπτόταν τακτικά στο δωμάτιό της, φέρνοντας φαγητά, φρούτα και φάρμακα.

Το βράδυ της Παρασκευής, όταν η κατάσταση της Σπυριδούλας είχε βελτιωθεί και η ίδια ήταν σε θέση να μιλήσει, η νοσοκόμος Φ. Λέκκα ζήτησε το ιστορικό της. Η Σπυριδούλα, αρχικώς, επανέλαβε την ιστορία με το καυτό νερό αλλά λίγο αργότερα, απαλλαγμένη και από το φόβο της παρουσίας της Αντ. Βεϊζαδέ, αποκάλυψε την αλήθεια, που γέμισε φρίκη τόσο την Φ. Λέκκα, όσο και τους γιατρούς οι οποίοι ενημερώθηκαν αμέσως μετά.

Με το σίδερο…

Ο Γ. Βεϊζαδές, συνιδιοκτήτης του νυκτερινού κέντρου (καμπαρέ) «Τζων Μπουλ» στην περιοχή της Τρούμπας του Πειραιά, συναλλασσόταν τακτικά με αξιωματικούς και ναύτες από τα αμερικανικά πλοία που, κατά καιρούς, προσόρμιζαν στο Φάληρο και το λιμάνι της πόλης, οι οποίοι σύχναζαν το μαγαζί του. Το βράδυ της 31ης Ιουλίου, διαπίστωσε πως έλειπε από την ντουλάπα του σπιτιού ένα χαρτονόμισμα των 50 δολαρίων, σημαντικό ποσό εκείνη την εποχή.

Υπέθεσε πως υπεύθυνη για την απώλεια αυτή ήταν η Σπυριδούλα. Αυτή το αρνήθηκε, αλλά οι Βεϊζαδέ επέμειναν και μάλιστα άρχισαν να την κτυπούν με τα χέρια και ένα ξύλινο αντικείμενο.

Το επόμενο πρωί, επανήλθαν στις απαιτήσεις τους, αλλά η Σπυριδούλα απαντούσε σταθερά πως δεν είχε ιδέα. Τότε, ο Γ. Βεϊζαδές την απείλησε πως αν δεν ομολογήσει με τη θέλησή της «έχει ένα μέσο που θα την κάνει να μιλήσει». Το βλέμμα της Σπυριδούλας έπεσε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, το οποίο αν και δεν ήταν στρωμένο για σιδέρωμα, εντούτοις το ηλεκτρικό σίδερο ήταν στην πρίζα και ζεσταινόταν.



Ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ

Μαζί με τη σύζυγό του την έγδυσαν και με τη βία την έδεσαν ανάσκελα, πάνω στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Η Αντ. Βεϊζαδέ την κράτησε από τους ώμους, ενώ ο άντρας της πήρε το πυρακτωμένο σίδερο και το ακούμπησε στα γυμνά πόδια της Σπυριδούλας. Αυτή ούρλιαξε από τον πόνο και η Αντ. Βεϊζαδέ, για να μην ακούγεται, της έβαλε ένα πανί στο στόμα. Ο Γ. Βεϊζαδές ζήτησε ξανά να του αποκαλύψει πού είχε κρύψει τα χρήματα, αλλά η Σπυριδούλα προσπαθούσε να τους πείσει πως δεν ήξερε για τί πράγμα της μιλούσαν.

Κατόπιν, της έκαψαν τα χέρια, ενώ ο Γ. Βεϊζαδές επαναλάμβανε πως θα την έκαιγαν ολόκληρη αν δεν τους έλεγε το σημείο όπου βρίσκονταν τα λεφτά. Επί 36 ώρες, ο Γ. Βεϊζαδές με τη βοήθεια της γυναίκας του, έκαιγε διαδοχικά με το καυτό σίδερο, το σώμα και την πλάτη της Σπυριδούλας. Όταν η Σπυριδούλα λιποθυμούσε από τους πόνους, η κακοποίηση σταματούσε, αλλά μόλις η μικρή συνερχόταν, άρχιζε ξανά. Το βράδυ της Τρίτης, η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Το ζεύγος Βεϊζαδέ σταμάτησε και κλείδωσε την Σπυριδούλα στο δωμάτιό της, χωρίς να της δώσει όλο αυτό το διάστημα φαΐ και νερό.

Η Σπυριδούλα έμεινε σ’ αυτή την κατάσταση όλη την Τετάρτη. Τα εγκαύματά της ήταν τρομερά και η ίδια σφάδαζε από τους πόνους. Το ζεύγος Βεϊζαδέ φοβήθηκε πως υπήρχε κίνδυνος να πεθάνει στο σπίτι και έτσι, το πρωί της Πέμπτης, την μετέφεραν στο νοσοκομείο, «εφευρίσκοντας» την εκδοχή του καυτού νερού. Επιπλέον, την απείλησαν να μην μιλήσει γιατί «θα την έκαιγαν με βενζίνη». Σημειώνεται πως, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής «από ημερών κατά τις μεσημβρινές ώρες ακούγονταν από ένα σπίτι στο τέρμα της οδού Αλικαρνασσού πνιγμένα ουρλιάσματα πόνου. Ήταν οι σπαρακτικές φωνές ενός παιδιού. Μετά ακούγονταν ένα κλάμα και στη συνέχεια και πάλι υπόκωφες σπαρακτικές κραυγές. Οι περίοικοι, όπως ήταν φυσικό, άρχισαν να ανησυχούν και να αναρωτιούνται τι συνέβαινε μέσα σ’ αυτό το σπίτι (…). Ωστόσο, κανείς από τους γείτονες δεν σκέφτηκε κάτι κακό, γιατί τόσο η σύζυγος του Βεϊζαδέ όσο και ο ίδιος δεν έδειχναν καμία ανησυχία και νευρικότητα. (…)» (εφημερίδα «Ακρόπολις» - Κυριακή 7 Αυγούστου 1955). Εξάλλου, ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ «στη γειτονιά έδιναν την εντύπωση ενός αρμονικού ζευγαριού, που ήταν αφοσιωμένο στην ανατροφή του μικρού κοριτσιού του. Το έπαιρναν διαρκώς μαζί, συνεχώς έβγαιναν και διασκέδαζαν και ο Βεϊζαδές έδειχνε ότι λάτρευε τη σύζυγό του» (εφημερίδα «Η Απογευματινή» - Πέμπτη 11 Αυγούστου 1955).



Η Σπυριδούλα με εμφανή τα σημάδια από τα εγκαύματα που της προκάλεσαν οι Βεϊζαδέ

Μόλις οι γιατροί πληροφορήθηκαν όσα είχε αποκαλύψει η Σπυριδούλα ειδοποίησαν, με απόλυτη μυστικότητα, την αστυνομία. Στο νοσοκομείο στάλθηκε ένας αστυνομικός, με πολιτική περιβολή, ο οποίος την επόμενη ημέρα συνέλαβε την Αντ. Βεϊζαδέ, όταν αυτή έφτασε στο νοσοκομείο, φέρνοντας φαγητό για την Σπυριδούλα. Αρχικώς, επέμεινε στην εκδοχή του καυτού νερού, αλλά αργότερα ομολόγησε την πράξη της, υποστηρίζοντας ωστόσο πως επρόκειτο για ατύχημα. Επιπλέον, προσπάθησε να απαλλάξει τον άντρα της από τις κατηγορίες, λέγοντας πως την ώρα του περιστατικού έλειπε από το σπίτι. «Ήμουν μόνη στο σπίτι και ενώ σιδέρωνα το απόγευμα της Τετάρτης μπήκε στο δωμάτιο η Σπυριδούλα» υποστήριξε ενώπιον του ανακριτή. «Μόλις την είδα εκνευρίστηκα γιατί επί μέρες με παίδευε για να μου υποδείξη το σημείο που είχε κρύψει το χαρτονόμισμα. (…) Μέσα στον εκνευρισμό μου την έπιασα από το χέρι, την τράβηξα κοντά μου, σήκωσα το ηλεκτρικό σίδερο πάνω της και τη φοβέρισα. Της είπα να μου πει που είχε το χαρτονόμισμα γιατί θα την έκαιγα. Αυτή έβαλε τα κλάματα και τις φωνές και χύθηκε πάνω μου για να μου πάρει το σίδερο (…). Ακολούθησε πάλη και σε μια στιγμή, η μικρή έπεσε κάτω και πάνω της το σίδερο. Έτσι έγιναν τα εγκαύματα που έχει στο κορμί της. Εγώ δεν της ακούμπησα το σίδερο. Και εγώ και ο άνδρας μου πάντοτε την κοιτάζαμε. Δεν της έλειπε τίποτα και φροντίζαμε να μην την κουράζουμε με πολλές δουλειές. (…) Η Σπυριδούλα είναι ένα πονηρό και ευφάνταστο κορίτσι. Όλα αυτά που λέει είναι ψέματα, φανταστικά».

Από την πλευρά του, και ο Γ. Βεϊζαδές ισχυρίστηκε ότι ήταν εντελώς αμέτοχος στον βασανισμό της Σπυριδούλας. Στον ανακριτή δήλωσε πως «όταν έγινε το κακό, δεν ήμουνα σπίτι. Όταν γύρισα έμαθα από τη γυναίκα μου τα συμβάντα. Φαίνεται ότι η γυναίκα μου είχε εκνευρισθεί διότι η μικρή την κορόιδευε επί μέρες και ενώ ομολόγησε ότι αυτή είχε κλέψει το χαρτονόμισμα των 50 δολαρίων, δεν της υπεδείκνυε το μέρος που το είχε κρύψει. Μόλις είδα σε τι κατάσταση βρισκόταν η μικρή, έσπευσα να την μεταφέρω στο νοσοκομείο. Αν είχα κάνει κακό, θα την πήγαινα σε κλινική ή θα την νοσήλευα στο σπίτι;» (και οι δύο απολογίες, που δόθηκαν το πρωί της Τρίτης 9 Αυγούστου, δημοσιεύτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες την επόμενη ημέρα).




Ο Γιώργος Βεϊζαδές (αριστερά) και η σύζυγός του Αντιγόνη προσάγονται
στον ανακριτή για να απολογηθούν για τις πράξεις τους


Ωστόσο, ο ιατροδικαστής Συλλάνταβος, ο οποίος εξέτασε τα τραύματα, διέψευσε τους ισχυρισμούς του ζεύγους Βεϊζαδέ. Σε δηλώσεις τους προς τους δημοσιογράφους το απόγευμα της 9ης Αυγούστου ανέφερε ότι η Σπυριδούλα έφερε εγκαύματα 1ου, 2ου και 3ου βαθμού στο πρόσωπο, τον τράχηλο, το θώρακα, την κοιλιά και τα άνω και κάτω άκρα, καθώς και εκχυμώσεις στο μέτωπο, τα βλέφαρα, τους μηρούς και τις κνήμες, ενώ στην έκθεση που συνέταξε τις επόμενες μέρες και υπέβαλε στην εισαγγελία Πειραιά κατέληγε χαρακτηριστικά: «Τα εγκαύματα έχουν επάλληλον διάταξιν κλιμακοειδούς τύπου και καλύπτουν το 60-65% της επιφανείας του σώματός της. Ίνα προξενηθούν τα εγκαύματα τούτα, το θύμα καθηλώθη υπό δύο αλληλοβοηθουμένων προσώπων».

Ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της πρόκλησης «βαριών σωματικών βλαβών» και προφυλακίστηκαν στις φυλακές των Βούρλων και Αβέρωφ, αντιστοίχως. Επισημαίνεται πως, περίπου, ένα μήνα νωρίτερα -στις 17 Ιουλίου- από τις φυλακές των Βούρλων είχαν αποδράσει 27 στελέχη του, παράνομου τότε, Κ.Κ.Ε., απόδραση η οποία έκτοτε θεωρείται η θρυλικότερη στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.




Η ιστορία της Σπυριδούλας
Το Σάββατο 6 Αυγούστου, η Σπυριδούλα είχε μια ολιγόλεπτη συνομιλία με τους δημοσιογράφους, στους οποίους μεταξύ άλλων είπε: «Είμαι από την Ματαράγκα του Αγρινίου. Οι γονείς μου έχουν ακόμα άλλα επτά παιδιά. Ήρθε η Αντιγόνη Βεϊζαδέ στην Ματαράγκα και ζητούσε να πάρει ένα μικρό κοριτσάκι για να προσέχει το μωρό της και να την βοηθάει λίγο στο σπίτι. Δήλωνε ότι το κοριτσάκι που θα την ακολουθήσει θα κάνει την τύχη του και δεν θα το ξεχωρίζει από το δικό της παιδί. Οι γονείς μου είναι φτωχοί άνθρωποι και έτσι ξεγελάσθηκαν και με έδωσαν. Έμεινα μαζί τους δύο χρόνια. Φρόντιζα το παιδί, καθάριζα, σφουγγάριζα, έπλενα, κουβάλαγα τα ψώνια του σπιτιού (…). Έκανα υπομονή και δε μιλούσα. Το αφεντικό μου, ο Γιώργος Βεϊζαδές δούλευε σε μπαρ. Περνούσαν καλά στο σπίτι. (…)» (εφημερίδα «Ακρόπολις» - Κυριακή 7 Αυγούστου 1955).



Η Σπυριδούλα και (δεξιά) η μητέρα της

Τις επόμενες ημέρες, έφτασαν στον Πειραιά οι συντετριμμένοι γονείς της Σπυριδούλας, καθώς και μερικά από τα αδέλφια της για να της συμπαρασταθούν. Το Σάββατο 13 Αυγούστου, ο πατέρας της Κώστας, θα μιλήσει στους δημοσιογράφους για τη γνωριμία της οικογένειας Ράπτη με το ζεύγος Βεϊζαδέ και θα δώσει την εκδοχή του για τα γεγονότα που μεσολάβησαν ως τον Αύγουστο του 1955:

«(…) Τους Βεϊζαδέ τους ξέραμε. Είχαν μείνει σε φιλικά σπίτια (σ.σ.: στο χωριό Ματαράγκα). Έπειτα, μου μίλησαν και οι δύο πάρα πολύ. Μου υποσχέθηκαν ότι θα ευτυχήσει το παιδί μου. Εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι, εγώ συνταξιούχος χωροφύλακας. Με ξεγέλασαν. Μου είπαν ότι και οι δύο είναι τραπεζικοί υπάλληλοι και ότι κοντά στο δικό τους παιδί θα έχουν και το δικό μας, σαν πιο μεγάλη αδελφούλα του. Μάλιστα, εκείνη μας έδωσε και 80 δρχ. για τα έξοδα του παιδιού. Μου είπαν ότι, αν έρθω στον Πειραιά, δεν θα το γνωρίσω…

»Όταν έφυγε η Σπυριδούλα, είχαμε τακτική αλληλογραφία. Μου γράφανε και οι δυο τους πως το παιδί είναι μια χαρά. Μα έπρεπε, λίγο, να το αφήσουμε μόνο του για να συνηθίσει στα ξένα χέρια. Έκανα ένα χρόνο να το δω. Πήγα, τέλος, και κτύπησα την πόρτα τους. Άνοιξε το μικρό και πήδηξε με λαχτάρα στην αγκαλιά μου. Το είδα αδύνατο και χλωμό, αλλά η Βεϊζαδέ μου είπε πως φταίει η αλλαγή του κλίματος και ότι αγωνίζονται να το ταΐσουν αλλά αυτό δεν τρώει όσο ένα παιδί. Καμιά κακή σκέψη δεν πέρασε από το μυαλό μου…

»Αυτή η ίδια σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι των Βεϊζαδέ. Ποτέ δεν με άφηναν να δω μόνο του το παιδί. Κάθε φορά το έβλεπα πιο κουρασμένο, πιο αδύνατο.






Η Σπυριδούλα στο Τζάνειο Νοσοκομείο, με τον πατέρα
της (αριστερά) και ένα από τα αδέλφια της (δεξιά)

»Πριν από τρεις μήνες, ήρθα πάλι και το είδα σπίτι τους. Μου έδωσαν 80 δρχ., ένα παλιό πουκάμισο και ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια. Ήταν μεσημέρι και με κάλεσαν να φάω μαζί τους. Φώναξαν και την Σπυριδούλα. Έτρωγε με βουλιμία. Δεν προλάβαιναν να της γεμίζουν το πιάτο με φαΐ και αυτή το εξαφάνιζε. Η Βεϊζαδέ μου είπε πως τον τελευταίο καιρό της είχε ανοίξει η όρεξη. Ωστόσο, όπως μου είπε σήμερα το παιδί, αυτή ήταν η μοναδική φορά που έφαγε όσο ήθελε. Τις άλλες φορές σηκωνόταν από το τραπέζι πεινασμένη, αφού πρώτα έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού» (αθηναϊκές εφημερίδες – Κυριακή 14 Αυγούστου 1955).






Συνεχίζεται

Friday, January 26, 2007

Ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης (VI)

Η ετυμηγορία των ενόρκων
Από τη στιγμή που η Κοινοπολιτεία ικανοποιήθηκε με την άποψη ότι ο DeSalvo ήταν ο Στραγγαλιστής, έπρεπε να λυθούν διάφορα ενοχλητικά νομικά προβλήματα, πριν γίνει οποιαδήποτε δίκη. Το μεγαλύτερο όλων ήταν ότι η ομολογία του DeSalvo δεν μπορούσε να γίνει δεκτή ως απόδειξη.

Ο Baily έθεσε το θέμα ως εξής στους Brooke και Bottomly: «Όταν συνάντησα τον Albert, υπήρχαν αρκετά στοιχεία εναντίον του ώστε να μην ξανακυκλοφορήσει ελεύθερος στους δρόμους. Τον βοήθησα να παραδεχτεί ότι έχει διαπράξει πολλαπλούς φόνους, γεγονός που καθιστά σίγουρο τον δια βίου εγκλεισμό του. Αν με διαβεβαιώσετε ότι θα αποφύγουμε την εκτέλεση – δέχομαι την καταδίκη αλλά όχι την εκτέλεση – και θα έχετε ό,τι ζητήσετε. Κατά βάθος γνωρίζω ότι κανείς από τους δυο σας δεν θέλει να τον δει να πεθαίνει. Ζητάω πολλά?»

Ο Brooke συμφώνησε πως ο Bailey δεν ζητούσε πολλά, αλλά ζήτησε λίγο χρόνο να το σκεφτεί. Εκείνη την περίοδο ήταν ένας από τους ισχυρούς υποψήφιους για τη Γερουσία και συμφώνησαν πως θα ήταν λάθος να άρχιζε η δίκη του DeSalvo στη μέση της προεκλογικής περιόδου. Τουλάχιστον ο Bailey θα μπορούσε να πάρει μια γνωμάτευση για το αν ο DeSalvo ήταν διανοητικά ικανός να παραστεί σε δίκη. Τελικά, στις 10 Ιανουαρίου του 1967, ο Albert DeSalvo, οδηγήθηκε σε δίκη για τις επιθέσεις του «Πράσινου Άντρα».


Ο Bailey εξήγησε ότι η τακτική που σκόπευε να ακολουθήσει για να αποδείξει ότι ο DeSalvo δεν ήταν πνευματικά υγιής, ήταν απλή. Θα προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει τους δεκατρείς φόνους του Στραγγαλιστή που ο DeSalvo παραδέχτηκε ως δικούς του για να αποδείξει την έκταση της παράνοιάς του. Για να το επιτύχει αυτό θα προσκόμιζε την κατάθεσή του ως αποδεικτικό στοιχείο. Φυσικά, το όλο θέμα ήταν ασυνήθιστο: θα προσπαθούσε να υπερασπιστεί έναν άντρα ο οποίος κατηγορούνταν για ληστείες και επιθέσεις, αποδεικνύοντας ότι είχε διαπράξει δεκατρείς φόνους!

Ο Donald L.Conn ήταν επικεφαλής της πολιτικής αγωγής και ο Bailey της υπεράσπισης. Ο Conn κάλεσε τέσσερα θύματα του Πράσινου Άντρα με παρόμοιες ιστορίες. Ο DeSalvo είτε είχε παραβιάσει την πόρτα, είτε τις είχε πείσει να του ανοίξουν. Είχε δέσει τις γυναίκες, είχε χαϊδέψει τα στήθη τους, είχε απαιτήσει ή τους είχε κάνει στοματικό έρωτα, αλλά δεν τις είχε βιάσει. Χρησιμοποιούσε μαχαίρι ή ένα ψεύτικο πιστόλι για να εξασφαλίσει τη συνεργασία τους. Στη συνέχεια έπαιρνε χρήματα ή κοσμήματα και έφευγε. Ο Bailey δεν εξέτασε τους μάρτυρες επειδή σκέφτηκε ότι δεν είχε τίποτα να κερδίσει από αυτό.

Κατά την εισαγωγική του ομιλία ο Bailey είπε ότι δεν αμφέβαλε καθόλου πως ο DeSalvo είχε διαπράξει τα αδικήματα όπως περιγράφονταν και πως το μόνο θέμα ήταν κατά πόσον η πολιτική αγωγή μπορούσε να αποδείξει ότι δεν ήταν παράφρων όταν τα διέπραττε. Για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του έφερε ειδικούς να καταθέσουν για την σχιζοφρένεια του Albert. Είπαν ότι αν και ο Albert γνώριζε πως αυτά που έκανε ήταν λάθος, εντούτοις δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρόρμηση που τον οδηγούσε στο να τα διαπράττει. Ο Conn διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι η παραβίαση των κλειδαριών και η χρήση ψεμάτων προκειμένου να του επιτραπεί η είσοδος στα διαμερίσματα, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως αποτελέσματα παρόρμησης και ο ψυχίατρος αναγκάστηκε να συμφωνήσει, περιορίζοντας την παρόρμηση στο σεξουαλικό μέρος των επιθέσεων.


Το σώμα των ενόρκων συσκέφθηκε για περίπου τέσσερις ώρες, βρήκε τον DeSalvo ένοχο για όλες τις κατηγορίες και τον καταδίκασε σε ισόβια. Του αρνήθηκαν επίσης την ψυχιατρική βοήθεια που είχε ζητήσει.

Ο Βailey ήταν θυμωμένος: «ο σκοπός μου», είπε, «ήταν να δω τον Στραγγαλιστή κλεισμένο σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, όπου οι γιατροί θα προσπαθούσαν να βρουν τι τον οδήγησε στο να διαπράξει τόσους φόνους. Η κοινωνία στερείται μια μελέτη που θα μπορούσε να μας βοηθήσει στο να καταλάβουμε το μυαλό και άλλων μαζικών δολοφόνων, οι οποίοι ζουν ανάμεσά μας, και ενδέχεται να χτυπήσουν από στιγμή σε στιγμή».


Επίλογος
Ο Albert DeSalvo ήταν έγκλειστος με ισόβια στις κρατικές φυλακές του Walpole, όταν δολοφονήθηκε με μαχαίρι στο αναρρωτήριο, τον Νοέμβριο του 1973. Το βράδυ που προηγήθηκε του θανάτου του, τηλεφώνησε στον Dr Ames Robey και του ζήτησε να συναντηθούν επειγόντως. Ο DeSalvo ήταν τρομοκρατημένος. O Robey του υποσχέθηκε να τον συναντήσει το επόμενο πρωί, αλλά το ίδιο βράδυ ο Albert δολοφονήθηκε.

Εκτός από τον γιατρό Robey, ο Albert είχε ζητήσει και από έναν δημοσιογράφο να παρευρίσκεται στη συνάντηση. Ο Robey είπε ότι επρόκειτο να τους πει ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης και τι ακριβώς είχε συμβεί. Μία εβδομάδα πριν είχε ζητήσει να τον στείλουν στο αναρρωτήριο και να τον φρουρούν. Κάτι συνέβαινε στη φυλακή και ο DeSalvo ένοιωθε πως έπρεπε να μιλήσει γρήγορα. Υπήρχαν κατάδικοι, αλλά και φύλακες, οι οποίοι δεν ήταν ευχαριστημένοι με τον DeSalvo. Και το σίγουρο είναι ότι κάποιοι έκαναν τα στραβά μάτια, είτε επειδή τους ζητήθηκε, είτε επειδή πληρώθηκαν γι αυτό, και άφησαν αφύλαχτες πολλές πόρτες, ώστε ο δολοφόνος ή οι δολοφόνοι του να φτάσουν σ’ αυτόν και να τον σκοτώσουν στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των καθιερωμένων βραδινών και πρωινών ελέγχων.

Οι αρχές πίστευαν πως ο DeSalvo ήταν ανακατεμένος σε δοσοληψία ναρκωτικών μέσα στις φυλακές. Τρεις άνδρες δικάστηκαν, αλλά δύο φορές οι δίκες κατέληξαν σε αδιέξοδο.


Επανεξέταση της υπόθεσης και DNA τεστς
Αν και ο Albert DeSalvo δεν κατηγορήθηκε ποτέ για τους στραγγαλισμούς των 11 γυναικών, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, πολλοί πίστεψαν πως ήταν ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης, ιδίως μετά την ομολογία του. Δύο άνθρωποι, πολύ κοντά στην υπόθεση, πίστευαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους πως ο Albert ήταν αθώος. Ο ένας ήταν ο αδελφός του, Richard DeSalvo. Ο άλλος ο Casey Sherman, ανηψιός του τελευταίου γνωστού θύματος του Στραγγαλιστή, της Mary Sullivan. Οι δύο άντρες και οι οικογένειές τους είναι πεισμένοι ότι ο Albert DeSalvo δεν σκότωσε τη Mary Sullivan. Εάν έχουν δίκιο, τα ευρήματά τους όχι μόνο θα ανατρέψουν την υπόθεση αλλά θα αμφισβητήσουν ολόκληρη την ιστορία του Στραγγαλιστή της Βοστώνης.

Η ειρωνεία είναι πως αυτό που έπεισε τις δύο οικογένειες πως ο DeSalvo δεν ήταν ο Στραγγαλιστής, ήταν η ηχογραφημένη ομολογία του. Ο Casey Sherman λέει: «η αστυνομία πιστεύει πως ο DeSalvo ήταν ο Στραγγαλιστής, επειδή γνώριζε τόσες λεπτομέρειες, όσες μόνο ο δολοφόνος θα μπορούσε να ξέρει. Όταν, όμως, ακούσαμε την κασέτα με την ομολογία του, αυτό αποδείχτηκε λανθασμένο. Ομολογεί γεγονότα που, απλούστατα, δεν συνέβησαν ποτέ».

Τον Οκτώβριο του 2000, οι δύο οικογένειες συναντήθηκαν για να πραγματοποιήσουν στα λείψανα της Mary Sullivan έλεγχο DNA, μιαν εξέταση που δεν ήταν δυνατή πριν από 37 χρόνια. Έγινε εκταφή και αφαιρέθηκαν τα νύχια από τα δύο χέρια της Mary Sullivan, τα οποία ήταν καλά διατηρημένα αν και υπερβολικά εύθραυστα. Να σημειώσουμε εδώ ότι, μετά το φόνο, το σώμα της Mary παραδόθηκε στους ιατροδικαστές για εξέταση. Όταν τελείωσαν, του έβαλαν συντηρητικά, το έραψαν και το παρέδωσαν στους συγγενείς για την ταφή. Τα συντηρητικά έκαναν τη δουλειά τους και έτσι έγινε δυνατή η «συγκομιδή» των νυχιών.

Τα νύχια στάλθηκαν σε ειδικό εργαστήριο όπου, λόγω της ευθραυστότητάς τους, εξετάστηκαν με ιδιαίτερες μεθόδους, αρκετά πολύπλοκες για να τις περιγράψουμε εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει την πλήρη έκθεση του εργαστηρίου που πραγματοποίησε τον έλεγχο, ας το ζητήσει να του το στείλω (μόνο στα αγγλικά). Αφού απομονώθηκαν οι διάφοροι εξωγενείς παράγοντες, το εργαστήριο αποφάνθηκε, στις αρχές του 2001, ότι δεν κατέστη δυνατός εντοπισμός άλλου DNA από αυτό της Mary Sullivan στα νύχια της. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στραγγαλίστηκε, πάλεψε να απελευθερωθεί, τραυματίζοντας έτσι τον εαυτό της στην απεγνωσμένη της προσπάθεια. Γι αυτό το λόγο και το DNA των ευρημάτων ήταν το δικό της. Όμως, δεν βρέθηκε ίχνος διαφορετικού DNA που να παραπέμπει στον δολοφόνο της.

Το 2002, έγιναν επαναληπτικές εξετάσεις στο σώμα της Mary Sullivan. Στις τρίχες του εφηβαίου της βρέθηκαν ίχνη σπέρματος. Μετά από εξετάσεις που έγιναν με λήψη αίματος από την οικογένεια του DeSalvo, η οποία δεν είχε αντίρρηση ακόμα και για την εκταφή του πτώματός του, αποδείχτηκε ότι το σπέρμα δεν ήταν του DeSalvo.

Ποιος ήταν ο δολοφόνος της Mary Sullivan, λοιπόν, αν όχι ο Albert? Ο ανιψιός της λέει: «Την εποχή της δολοφονίας της Mary, η αστυνομία είχε έναν ύποπτο. Ο άνδρας αυτός απέτυχε σε δύο τεστ με ανιχνευτή ψεύδους. Σήμερα ζει στη Βόρεια Νέα Αγγλία, χωρίς να έχει περάσει ούτε μια μέρα στη φυλακή. Τον συνάντησα και συνομίλησα μαζί του. Του ζήτησα να κάνει DNA τεστ και αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τώρα όλες μας οι προσπάθειες είναι προσανατολισμένες προς αυτή την κατεύθυνση». Ο ιατροδικαστής που πραγματοποίησε τις εξετάσεις DNA στη Mary Sullivan, λέει ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι ο DeSalvo δεν ήταν ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης, σίγουρα όμως δεν ήταν ο άνθρωπος που βίασε και σκοτωσε τη Mary Sullivan.

Καταλήγουμε, επομένως, ότι ο DeSalvo ομολόγησε τους φόνους του Στραγγαλιστή για να εξασφαλίσει την οικογένειά του. Πούλησε την ιστορία του και υπέγραψε μια ταινία και ένα βιβλίο. Ο αδελφός του δήλωσε ότι τα αποτελέσματα των DNA τεστς ήταν πολύ σημαντικά για την οικογένειά του και για τον ίδιο, καθώς απέδειξαν περίτρανα αυτό που για χρόνια υποστήριζε: ότι ο Albert δεν ήταν ο δολοφόνος. Τέλος, ο γιος του Albert, Michael, ευχαρίστησε τους επιστήμονες και τους δικηγόρους που έκαναν τις έρευνες και τα τεστς, λέγοντας ότι η προσπάθειά τους και τα αποτελέσματά της έβαλαν τέλος σε 40 χρόνια ντροπής και πόνου για την οικογένειά τους.



Τα βιβλία και η ταινία
-Το 1966 κυκλοφόρησε το «επίσημο» βιβλίο για τον Στραγγαλιστή της Βοστώνης, αυτό με την έγκριση του DeSalvo. Πρόκειται για το «The Boston Strangler» του Gerold Frank, στο οποίο ο DeSalvo παρουσιάζεται ως ο Στραγγαλιστής, αν και κανείς δεν το πίστευε ιδιαίτερα την εποχή εκείνη.
-Το 1971 κυκλοφόρησε το βιβλίου του F. Lee Bailey «Defense Never Rests», στο οποίο αφιερώνει αρκετές σελίδες στην υπόθεση DeSalvo, όπου και σε αυτό ο Albert θεωρείται ο Στραγγαλιστής.
-Το 1998 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του Larry Maneness «Strangler».

Η ταινία «The Boston Strangler» του 1968 βασίζεται στην υπόθεση, αν και δεν διακρίνεται για την ακρίβειά της. Πρωταγωνιστούν ο Tony Curtis και ο Henry Fonda.



Βιβλιογραφία
1.
Το σχετικό με τον Albert DeSalvo άρθρο της Crime Library.
2. Susan Kelly: Boston Stranglers; The Wrongful Conviction of Albert Desalvo and the True Story of Eleven Shocking Murders
3. R.E. Cline, N.M. Laurent, D.R. Foran: The fingernails of Mary Sullivan; Developing reliable methods for selectively isolating endogenous and exogenous DNA from evidence.

Friday, January 19, 2007

Ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης (V)




Αμφιβολίες – Οι αποδείξεις
Κανείς από όλους όσοι γνώριζαν τον DeSalvo, πίστεψε πως ήταν ο Στραγγαλιστής: η σύζυγος και η οικογένειά του, οι πρώην εργοδότες του, ο δικηγόρος του, ο ψυχίατρος της φυλακής, ακόμη και οι αστυνομικοί, οι οποίοι είχαν γνωρίσει τον Albert από τα αμέτρητα πάρε-δώσε του με την αστυνομία. Όλοι όσοι τον γνώριζαν πίστευαν ότι ήταν ένας ευγενικός άνθρωπος και πολύ καλός οικογενειάρχης, ο οποίος ήταν απλά, ένας αδιόρθωτος μικροκλέφτης.

Η Susan Kelly, στο βιβλίο της «The Boston Stranglers: The Public Conviction of Albert DeSalvo and the True Story of Eleven Shocking Murders», δίνει μια πειστική άποψη για την αθωότητα του DeSalvo. Αναφέρει μια σειρά από λόγους για τους οποίους, τόσο εκείνη όσο και άλλοι, πιστεύουν ακόμη πως ο DeSalvo ήταν αθώος για τους φόνους του Στραγγαλιστή. Ένας από τους ισχυρότερους είναι ότι δεν υπήρξε η παραμικρότερη φυσική απόδειξη που να μπορέσει να τον συνδέσει με τα θύματα ή τους τόπους των εγκλημάτων. Επίσης δεν υπήρξε κανείς αυτόπτης μάρτυρας που να κάνει το ίδιο. Ο Albert είχε μια φυσιογνωμία που εύκολα θυμόταν κανείς, ιδίως λόγω της μεγάλης μύτης του που έμοιαζε με ράμφος.

Ο Στραγγαλιστής (ή οι Στραγγαλιστές, μια και αρκετοί ειδικοί συμφωνούν ότι θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον δύο ή περισσότεροι, διαφορετικοί δολοφόνοι), είχε γίνει αντιληπτός από αρκετούς μάρτυρες. Ένας ήταν ο Keneth Rowe, ο φοιτητής που ζούσε στο διαμέρισμα πάνω από εκείνο της Joann Graff και που μίλησε στον ξένο που έψαχνε το διαμέρισμά της, λίγο πριν εκείνη δολοφονηθεί. Του έδειξαν φωτογραφία του DeSalvo και δεν αναγνώρισε στο πρόσωπό του εκείνον τον άντρα. Ο Jules Vens, ιδιοκτήτης ταβέρνας κοντά στο σπίτι της Graff, δεν αναγνώρισε τον DeSalvo, ως τον άντρα που μπήκε αλαφιασμένος στην ταβέρνα μετά το φόνο της Graff, και που η περιγραφή του ήταν ίδια με εκείνη που έκανε ο Rowe. Η Eileen O'Neil δεν αναγνώρισε τον DeSalvo ως τον άνδρα που είδε στο παράθυρο του μπάνιου της Mary Sullivan, γύρω στην ώρα του θανάτου της. Επίσης η Kelly επισημαίνει «τρεις φρέσκιες γόπες από τσιγάρα Salem βρέθηκαν σε ένα σταχτοδοχείο κοντά στο κρεβάτι της Sullivan. Ούτε αυτή ούτε οι συγκάτοικοί της κάπνιζαν αυτή τη μάρκα. Μια άλλη γόπα από Salem βράθηκε να επιπλέει στην τουαλέτα του διαμερίσματος της Sophie Clark. Ο Albert DeSalvo ΔΕΝ κάπνιζε».


Αμφιβολίες – Οι μάρτυρες
Ακόμα πιο αξιοσημείωτες είναι οι αντιδράσεις δύο πολύ σημαντικών αυτόπτων μαρτύρων, όταν είδαν τον DeSalvo και το δολοφόνο φίλο του George Nassar. Πρόκειται για τις Marcella Lulka, που ζούσε στο ίδιο κτίριο με τη Sophie Clark και τη Gertrude Gruen, παραλίγο θύμα του Στραγγαλιστή.

Η Lulka είδε τον Στραγγαλιστή αρκετά καλά, όταν μίλησε για λίγο μαζί του στην πόρτα του διαμερίσματός της και τον ξεφορτώθηκε εύκολα λέγοντάς του πως ο άντρας της κοιμόταν στο μέσα δωμάτιο. Η Gruen, γλίτωσε παρά τρίχα από τα χέρια του, όταν οι φωνές της κινητοποίησαν κάποιους εργάτες που δούλευαν στη στέγη του σπιτιού και κατέβηκαν να δουν τι συνέβαινε.

Οι αστθνομικοί οδήγησαν τις δύο γυναίκες στην αίθουσα επισκέψεων της φυλακής. Ανακατεύτηκαν με τον κόσμο και έκαναν πως είναι κάποιες που περίμεναν να μιλήσουν με τους δικούς τους. Ο DeSalvo μπήκε στην αίθουσα για να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Οι γυναίκες δεν τον αναγνώρισαν. Όταν όμως μπήκε στην αίθουσα ο George Nassar, ταράχτηκαν και οι δύο. Στη συνέχεια είπαν στους αστυνομικούς πως ήταν σχεδόν σίγουρες ότι ήταν ο ίδιος άνδρας με αυτόν που είχαν δει. Η μόνη διαφορά ήταν στο χρώμα των μαλλιών: ο άνδρας που η Lulka είχε μιλήσει και που είχε επιτεθεί στην Gruen ήταν καστανός. Τα μαλλιά του Nassar ήταν μαύρα. Δεν θα μπορούσε να τα είχε βάψει?

Το κίνητρο του DeSalvo για την ομολογία των δολοφονιών ήταν το ίδιο, είτε τις είχε διαπράξει, είτε όχι. Πίστευε πως θα καταδικαζόταν σε ισόβια φυλάκιση για τις επιθέσεις του «Πράσινου Ανθρώπου» και ήθελε να χρησιμοποιήσει την ομολογία των φόνων του Στραγγαλιστή για να εξασφαλίσει χρήματα για την οικογένειά του, χωρίς να ξεχνάμε το γεγονός ότι, για έναν καυχησιάρη σαν τον DeSalvo, η δημοσιότητα που θα έπαιρνε το γεγονός ήταν καλοδεχούμενη. Ο Dr Robey κατέθεσε ότι ο Albert ήθελε πάρα πολύ να είναι ο Στραγγαλιστής.
Αμφιβολίες – Η ομολογία
Ένα από τα ζητήματα που θέτει η Kelly στο βιβλίο της –με αμφιλεγόμενη επιτυχία είναι η αλήθεια- είναι η ακρίβεια στις μακροσκελείς καταθέσεις του DeSalvo και οι μυριάδες λεπτομέρειες, άλλες από τις οποίες ήταν σωστές και άλλες όχι. Πως ήταν δυνατόν ο Albert DeSalvo, ένας άνδρας μέσης ή χαμηλότερης από μέσης νοημοσύνης να καταφέρει να απορροφήσει τόσες υπερβολικά πολλές λεπτομέρειες για τα θύματα και τα διαμερίσματά τους, αν δεν ήταν ο Στραγγαλιστής? Οι εξηγήσεις πολλές.

1. Η Kelly επισημαίνει ότι ο Albert είχε εξαιρετική μνήμη. Ο Dr Robey κατέθεσε πως είχε «απόλυτα, εντελώς, 100% φωτογραφική μνήμη». Δύο από τους δικηγόρους του κατέθεσαν το ίδιο. Ο Robey δοκίμασε με τον εξής τρόπο τη φωτογραφική μνήμη του Albert. Κατά τη διάρκεια μιας σύσκεψης οκτώ περίπου ατόμων, στο νοσοκομείο του Bridgewater, ο Albert μπήκε και βγήκε από την αίθουσα. Την επόμενη μέρα επανέλαβαν το ίδιο, με τη διαφορά ότι όλοι φορούσαν διαφορετικά ρούχα και κάθισαν σε διαφορετικές θέσεις. Ζητήθηκε από τον Albert να θυμηθεί και να περιγράψει τα ρούχα που φορούσαν και την ακριβή θέση που κατείχαν την προηγούμενη μέρα. Το έκανε με απόλυτη ακρίβεια, αν και τους είχε δει μόνο για ελάχιστα δευτερόλεπτα.

2. Η συγγραφέας αναφέρει επίσης ότι ο Alber είχε στη διάθεσή του αρκετές πηγές πληροφοριών. Τα σχετικά άρθρα στις εφημερίδες της εποχής ήταν ιδιαίτερα λεπτομερή. Δημοσίευαν πίνακες, φωτογραφίες και κατόψεις των διαμερισμάτων, με όλες τις λεπτομέρειες για το έγκλημα, καθώς και πληροφορίες για τα θύματα: τι φορούσαν, ποια ήταν τα χόμπυ τους, οι δραστηριότητές τους κ.λ.π. Η Kelly γράφει: «ο DeSalvo απομνημόνευσε όλο αυτό το υλικό και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, εκτός από τα σωστά στοιχεία, ανέφερε και κάποια εντελώς ανακριβή που συμπεριλαμβάνονταν σε αυτό».

3. Επίσης υπήρξαν διαρροές από το Γραφείο Έρευνας για το Στραγγαλιστή, το οποίο κατηγορήθηκε για τη χαλαρότητα στην περιφρούρηση των στοιχείων που συνέλεγε, καθώς και από τους ιατροδικαστές, οι οποίοι εφοδίαζαν τον τύπο με λεπτομέρειες για τις αυτοψίες που πραγματοποιούσαν στα θύματα. Η δράση του Albert ως κλέφτη, τον είχε φέρει συχνά σε κάποια από τα κτήρια στα οποία είχε υπάρξει θύμα του Στραγγαλιστή και, έτσι, γνώριζε τη διαμόρφωση των διαμερισμάτων και, σύμφωνα πάντα με την Kelly, είχε επισκεφθεί όλα τα διαμερίσματα μετά τους φόνους.

4. Διάφορες πληροφορίες που έφθαναν στον Albert, ηθελημένα ή αθέλητα, από ανθρώπους που είχαν έντονη αγωνία να κλείσουν την υπόθεση του Στραγγαλιστή, όπως ο John Bottomly, ο οποίος, σύμφωνα με την Kelly «συνεχώς τροφοδοτούσε τον Albert με λεπτομέρειες για τους φόνους όταν εκείνος έδινε την κατάθεσή του, γεγονός που εξηγεί γιατί η μόνη εκδοχή αυτής της κατάθεσης που έφθασε στον τύπο ήταν λογοκριμένη και αλλαγμένη. Η πλήρης εκδοχή ουσιαστικά απαλλάσσει τον DeSalvo».

5. Ενδέχεται κάποιος άλλος να «εκπαίδευσε» τον DeSalvo με τις λεπτομέρειες, πιθανότατα ο πραγματικός ένοχος ή ένας από αυτούς. Υπήρχαν υποψίες ότι το ρόλο του «εκπαιδευτή» μπορεί να έπαιξε ο George Nassar.

6. Τέλος, οι ειδικοί ουδέποτε αντιμετώπισαν τους στραγγαλισμούς ως έργο ενός μόνο ατόμου. Ο τρόπος που έγιναν οι φόνοι δεν ήταν πανομοιότυπος σε όλους και το γκρουπ των θυμάτων ήταν ανομοιογενές. Η Kelly συνοψίζει τις σημαντικότερες από τις διαφορές. «Δεν υπάρχει καμία απολύτως ομοιότητα ανάμεσα στον σχεδόν λεπτεπίλεπτο φόνο της Patricia Bissette, την οποία ο δολοφόνος είχε τακτοποιήσει στο κρεβάτι της και στον φρικτό εκείνο της Mary Sullivan, ο δολοφόνος της οποίας όχι μόνο την είχε εξευτελίσει εμβολίζοντας τον κόλπο της με ένα κοντάρι σκούπας, αλλά είχε γελοιοποιήσει και την ανεύρεση του πτώματός της, στερεώνοντας μιαν ευχετήρια κάρτα στο πόδι της. Η Beverly Samans είχε μαχαιρωθεί αλλά δεν είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά. Η Joann Graff είχε βιαστεί και στραγγαλιστεί. Η Evelyn Corbin είχε εξαναγκαστεί σε στοματικό σεξ από το δολοφόνο της. Η Jane Sullivan είχε αφεθεί να σαπίσει μπρούμυτα στη μπανιέρα. Η Ida Irga βρέθηκε στο σαλόνι με τα πόδια ανοιχτά και στερεωμένα σε δυο καρέκλες.

Οι κατά συρροή δολοφόνοι συνηθίζουν να επιλέγουν και να προσκολλώνται σε έναν συγκεκριμένο τύπο θύματος. Για παράδειγμα, ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης επέλεγε πόρνες, ο Ted Bundy (μια από τις προσεχείς επιλογές του «Εγκλήματος και Τιμωρία»), διάλεγε όμορφες, μακρυμαλλούσες κοπέλες, ο Jeff Dahmer (και γι’ αυτόν θα σας γράψουμε) νεαρά αγόρια κ.λ.π. Τα θύματα του Στραγγαλιστή έχουν μεγάλες διαφορές στην ηλικία και στην εμφάνιση, ακόμα και στη φυλή, γεγονός που, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν διαγράφει το προφίλ ενός serial killer. Κάποια από τα θύματα ενδέχεται να είχαν τον ίδιο δολοφόνο, όπως οι Ida Irga, Jane Sullivan και Helen Blake.

Και η Mary Mullen? Η ηλικιωμένη γυναίκα που πέθανε από έμφραγμα από το φόβο της? Η Kelly παραδέχεται ότι ίσως αυτή να ήταν το μόνο θύμα του DeSalvo. Μπήκε στο διαμέρισμά της για να κλέψει και η γυναίκα τον είδε μπροστά της και πέθανε από φόβο. Μπορεί ο DeSalvo, που μετέφερε την άτυχη γυναίκα στον καναπέ της και έφυγε χωρίς να κλέψει τίποτα, να είναι ο ίδιος άνθρωπος που μακέλεψε τα κορμιά της Ida Irga και της Jane Syllivan?

Η υπόθεση της Mary Brown δημιούργησε, επίσης, ερωτηματικά. Βιάστηκε, στραγγαλίστηκε και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου στο Lawrence, στις αρχές του Μάρτη του 1963. Η ομολογία του Albert γι αυτό το φόνο ήταν γενικόλογη και πολλές λεπτομέρειες ήταν λανθασμένες. Ίσως ο Albert είχε ακούσει την εξιστόρηση του φόνου από τον πραγματικό δολοφόνο, έναν άλλο τρόφιμο του Bridgewater. Η Kelly αναφέρει ότι η Mary Brown έμενε στον ίδιο δρόμο με εκείνον τον άντρα που ο George Nassar είχε σκοτώσει το 1948.






Συνεχίζεται

Monday, January 15, 2007

Ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης (IV)



Ο DeSalvo ομολογεί
Στις αρχές του Μάρτη του 1965, η σύζυγος του DeSalvo, Irmgard, δέχεται ένα τηλεφώνημα στο σπίτι της αδελφής της από κάποιον άνδρα που ονομαζόταν F. Lee Bailey, και που της συστήθηκε ως ο δικηγόρος του άντρα της. Τη συμβούλεψε να υιοθετήσει διαφορετικό όνομα, να φύγει από την περιοχή όπου έμενε, μαζί με τα παιδιά της, και να κρυφτεί σε άλλο μέρος. Της είπε ότι αν δεν το έκανε αυτό θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ορδές δημοσιογράφων που θα πολιορκούσαν το σπίτι μέρα και νύχτα. «Θα ξεσπάσει κάτι απίστευτα μεγάλο με τον Albert», της είπε, «θα είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες σε 24 ώρες. Έρχομαι από εκεί να σας δω και να βοηθήσω σε ό,τι χρειάζεται».

Στη συνάντηση της είπε ότι ο Albert είχε ομολογήσει πως ήταν ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης. Η γυναίκα τρελάθηκε! Της ήταν αδύνατον να καταλάβει πως ο Albert ομολόγησε ένα τέτοιο ψέμα. Δεν πίστευε με τίποτα πως ήταν ικανός για τέτοια κτηνωδία. Ήταν σίγουρα άλλη μία από τις τερατολογίες του Albert, άλλη μια προσπάθειά του να δείξει σημαντικός. Υπέθεσε ακόμη πως, ίσως, κάποιοι, ενδεχομένως κάποια εφημερίδα, του είχε προσφέρει χρήματα για να πει μια τέτοια ιστορία. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.

Η αλήθεια δεν ήταν πολύ μακριά. Ο DeSalvo είχε αρχίσει να ανησυχεί για τα χρήματα, τα οποία θα χρειάζονταν για να συντηρηθεί η οικογένειά του όσο διάστημα εκείνος θα ήταν στη φυλακή. Ήξερε πολύ καλά, πως με τις συγκεκριμένες κατηγορίες εναντίον του και με τον πρότερο ανέντιμο βίο, αντιμετώπιζε την ποινή των ισοβίων. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φροντίσει την Irmgard και τα δύο τους παιδιά. Η ιδέα του να πουλήσει μιαν ιστορία σε όποιον ενδιαφερόταν να την αγοράσει, άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στο μυαλό του.

Μερικούς μήνες πριν ο Albert σταλεί στο Bridgwater, ρώτησε τον John Asgriersson, δικηγόρο του την εποχή εκείνη:
«Τι θα έκανες αν κάποιος σου έδινε τη μεγαλύτερη ιστορία του αιώνα?»
«Εννοείς τον Στραγγαλιστή της Βοστώνης?»
«Ναι»
«Έχεις ανάμιξη σε κάποιον από τους φόνους, Albert? Έχεις διαπράξει εσύ ο ίδιος κάποιον από αυτούς?»
«Όλους», παραδέχτηκε εκείνος. Πίστευε ότι έτσι θα εξασφάλιζε τα χρήματα που ήταν απαραίτητα για την οικογένειά του.

Ο Asgiersson δεν ήταν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνει με αυτή την πληροφορία αφενός, και πίστεψε πως ο Albert ήταν παράφρων, αφετέρου. Έτσι άρχισε μια διακριτική έρευνα. Στο μεταξύ, ο Albert στέλνεται στο Bridgewater και ξεκινά η φιλία του με τον George Nassar. Δεν έχει σημασία ποιανού ιδέα ήταν αρχικά, και οι δύο όμως αρχίζουν να συζητούν την αμοιβή που υπήρχε για όποιον έδινε στοιχεία που θα οδηγούσαν στη σύλληψη και καταδίκη του Στραγγαλιστή. Πιστεύουν, λανθασμένα, ότι η αμοιβή των 10.000$ αφορά σε κάθε ένα από τα θύματα, έτσι το συνολικό ποσό ανέρχεται στα 110.000$ για τους 11 επίσημους φόνους. Εάν ο Nassar τον κατέδιδε και ο DeSalvo ομολογούσε, μετά θα μοιράζονταν τα χρήματα. Ο DeSalvo, ο οποίος περίμενε την καταδίκη σε ισόβια, δεν ήθελε να εκτελεστεί. Όμως κανείς δεν είχε εκτελεστεί στην Πολιτεία τα τελευταία 17 χρόνια.

Θα μπορούσε να ξεγελάσει τους ψυχιάτρους πως ήταν ψυχασθενής και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σε ένα νοσοκομείο αντί για τη φυλακή. Δεν ήταν άσχημο, αν αναλογιστεί κανείς τις εναλλακτικές, και κυρίως αν δεν είχε να ανησυχεί για την οικονομική εξασφάλιση της οικογένειάς του.

Ο F. Lee Bailey, ήταν ο δικηγόρος του George Nassar. Άκουσε για τον DeSalvo από τον Nassar και πήγε να τον επισκεφτεί με ένα κασετόφωνο στις 6 Μαρτίου. Ο DeSalvo όχι μόνο ομολόγησε τους 11 φόνους που επίσημα αποδίδονταν στον Στραγγαλιστή, αλλά αποκάλυψε και δύο ακόμα. Αυτόν της Mary Brown στο Lawrence και μιας ηλικιωμένης γυναίκας η οποία έπαθε καρδιακή προσβολή πριν προλάβει να την στραγγαλίσει.




Ο Bailey και η Αστυνομία πιστεύουν τον DeSalvo
Τα κομμάτια του παζλ του Στραγγαλιστή της Βοστώνης άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους. Η εξήγηση για το πώς ο DeSalvo έμεινε ασύλληπτος για περισσότερο από δυόμισι χρόνια ερευνών, ήταν το ότι η αστυνομία έψαχνε για τον Μr Hyde. Ο DeSalvo ήταν ο Dr Jekyll. Ο Bailey περιγράφει τον DeSalvo ως εξαιρετικά ευγενικό, ακόμα και ντροπαλό. Ήταν 33 ετών, τότε και εξαιρετικά μυώδης, με φαρδιές πλάτες. Τα καστανά του μαλλιά ήταν χτενισμένα προς τα πίσω με «κοκοράκι». Είχε μεγάλη μύτη και το χαμόγελό του αποκάλυπτε κάτασπρα δόντια.

Όταν ο Bailey τον ρώτησε τι ήθελε από εκείνον ο DeSalvo ήταν ευθύς. «Γνωρίζω ότι πρόκειται να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στα σίδερα. Ελπίζω μόνο να πρόκειται για κάποιο νοσοκομείο. Ακόμα, αν μπορούσα να διηγηθώ την ιστορία μου σε κάποιον που ξέρει να γράφει, ίσως να μπορούσα να κερδίσω κάποια χρήματα για την οικογένειά μου». Ο Bailey σκέφτηκε ότι, ενδεχομένως, να υπήρχε τρόπος ο DeSalvo να ομολογήσει, χωρίς αυτό να του στοιχίσει τη ζωή του. Αλλά αυτό που προείχε ήταν να αποφασιστεί κατά πόσον ο DeSalvo ήταν πράγματι ένοχος. Έτσι πλησίασε τον Donovan, αξιωματούχο της αστυνομίας, και του ζήτησε μια σειρά ερωτήσεων για να υποβάλει στον πελάτη του, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν ο DeSalvo ήταν στ’ αλήθεια ο Στραγγαλιστής.

Εξοπλισμένος με το κασετόφωνό του, ο Bailey επισκέπτεται τον DeSalvo ξανά, στις 6 Μαρτίου toy 1965. Ο Albert του λέει πως ο ντετέκτιβ DiNatale, από το Γραφείο Ερευνών για τον Στραγγαλιστή, έδειξε ένα ξαφνικό ενδιαφέρον για εκείνον και έστειλε να του πάρουν αποτύπωμα παλάμης. Ο Bailey πρέπει να ενεργήσει γρήγορα, αν θέλει να προστατέψει τον πελάτη του. Για εκείνη τη συνέντευξη λέει: «βεβαιώθηκα ότι ο άνθρωπος που καθόταν απέναντί μου, ήταν ο Στραγγαλιστής. Οποιοσδήποτε έχει εμπειρία ανακρίσεων γνωρίζει ότι μπορείς εύκολα να ξεχωρίσεις αν αυτό που διηγείται κάποιος το έχει πράγματι ζήσει, ή το έχει κατασκευάσει ή ακούσει από άλλον. Ο DeSalvo μου έδωσε την εντύπωση ότι μιλούσε βιωματικά. Δεν προσπαθούσε να θυμηθεί λέξεις. Θυμόταν σκηνές τις οποίες είχε, πραγματικά, ζήσει. Μπορούσε να ανακαλέσει τις πιο μικρές λεπτομέρειες: το χρώμα ενός χαλιού, το τι απεικόνιζε μια φωτογραφία, την κατάσταση ενός επίπλου. Ύστερα, σαν να έβλεπε ταινία, μπορούσε να περιγράψει το έγκλημα, όπως ακριβώς συνέβη, χωρίς συναισθηματισμούς, σαν να περιέγραφε μιαν επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ».

Ο DeSalvo περιέγραψε τους φόνους της Ida Irga και της Sophie Clark, τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο του 1962 αντίστοιχα, με τόσες λεπτομέρειες, που ο Bailey ζήτησε τη βοήθεια του Γραφείου Έρευνας για να τις εξακριβώσει. Οι ντετέκτιβς Donovan και Sherry πήγαν στο γραφείο του για να ακούσουν την μαγνητοφωνημένη ομολογία, την οποία ο Bailey έπαιξε σε διαφορετική ταχύτητα για να αλλοιώσει τη φωνή του Albert και να μην είναι αναγνωρίσιμη. Οι αστυνομικοί έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την ομολογία του φόνου της Sophie Clark. Ο Albert είπε αρχικά ότι όταν προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τη Sophie, διαπίστωσε πως είχε την περίοδό της. Ανέφερε ότι της έβγαλε τη σερβιέτα και την πέταξε πίσω από μία καρέκλα. Στη συνέχεια, ψάχνοντας κάποια κάλτσα της για να τη στραγγαλίσει, έριξε κάτω ένα πακέτο τσιγάρα, τα οποία σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Ανέφερε τη μάρκα των τσιγάρων και το ακριβές σημείο στο οποίο είχαν πέσει. Ο Sherry άρπαξε το χαρτοφύλακά του και έβγαλε μια φωτογραφία, στην οποία φαίνονταν ένα πακέτο τσιγάρα στο πάτωμα, έτσι ακριβώς όπως τα είχε περιγράψει ο DeSalvo.

Ο Επιθεωρητής McNamara και ο Dr. Ames Robey, ο ψυχίατρος του Bridgewater, κλήθηκαν στη σύσκεψη. Ο Bailey μίλησε με τον DeSalvo και τον έπεισε να συνεργαστεί με την αστυνομία και να δεχτεί να περάσει από ανιχνευτή ψεύδους. Η κατάσταση ήταν σοβαρή και έπρεπε να ενημερωθεί ο John Bottomly, ο επικεφαλής του Γραφείου Ερευνών για τον Στραγγαλιστή.

Ο Bailey συνειδητοποίησε ότι θα ήταν δύσκολο να γλιτώσει τον πελάτη του από την εκτέλεση. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Brooke ήθελε να έχει πλήρη έλεγχο της έρευνας. Οι εκλογές πλησίαζαν, ο Brooke θα ήταν υποψήφιος για γερουσιαστής και η αποκάλυψη του Στραγγαλιστή, καθώς και η τιμωρία του, θα έδινε μεγάλη ώθηση στην προεκλογική του εκστρατεία. Η εντατική ανάκριση του DeSalvo και ο έλεγχος κάθε λεπτομέρειας της κατάθεσής του ήταν υψίστης σημασίας. Τελικά, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1965, η ανάκριση ολοκληρώθηκε. Πάνω από 50 ώρες μαγνητοφωνημένων καταθέσεων και 2.000 σελίδες πρακτικών ήταν η παραγωγή. Ο Bottomly, o Brooke και ο Bailey προσπαθούσαν να βάλουν τους κανόνες για τη συνέχεια. Οι αρχικές αμφιβολίες για το αν ο DeSalvo ήταν ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης, είχαν πλέον εξαφανιστεί.

Οι λεπτομέρειες συσσωρεύονταν η μία πάνω στην άλλη, καθώς ο DeSalvo διηγιόταν την «καριέρα» του Στραγγαλιστή, φόνο με το φόνο. Ήξερε ότι υπήρχε ένα σημειωματάριο κάτω από το κρεβάτι του θύματος νο 8, της Beverly Samans, γνώριζε ότι υπήρχαν χριστουγεννιάτικες καμπανούλες στην πόρτα της Patricia Bissette. Σχεδίασε ακριβείς κατόψεις των διαμερισμάτων των θυμάτων. Είπε ότι είχε πάρει ένα αδιάβροχο από το διαμέρισμα της Anne Slesers, για να καλύψει το ματωμένο του πουκάμισο και μπουφάν. Οι ντετέκτιβς ανακάλυψαν ότι η Slesers είχε αγοράσει δύο ολόιδια αδιάβροχα και χάρισε το ένα σε μια συγγενή της. Έδειξαν το δεύτερο στον DeSalvo, ο οποίος το αναγνώρισε ανάμεσα σε 14 άλλα αδιάβροχα διαφόρων σχεδίων.

Περιέγραψε μιαν επίθεση σε μια Δανέζα που έμενε στη Βοστώνη. Είχε καταφέρει να την πείσει να του ανοίξει και είχε ήδη τα χέρια του στο λαιμό της όταν, ξαφνικά, είδε τον εαυτό του σε έναν μεγάλο καθρέφτη. Αμέσως απελευθέρωσε την κοπέλα, ζήτησε συγγνώμη και ξέσπασε σε κλάματα. Την ικέτεψε να μην τον καταδώσει, λέγοντάς της ότι η μητέρα του θα του έκοβε την επιδότηση και δεν θα μπορούσε ποτέ να τελειώσει το κολέγιο. Αυτό, φυσικά, ήταν ψέμα, η κοπέλα όμως τον πίστεψε και δεν μίλησε ποτέ. Με μόνο μπούσουλα την ομολογία αυτή του DeSalvo, ο DiNatale κατάφερε να την εντοπίσει. Η κοπέλα θυμόταν το γεγονός ξεκάθαρα.

Ήταν αναπόφευκτο το Γραφείο Ερευνών για τον Στραγγαλιστή της Βοστώνης, να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με τον Bailey: ο DeSalvo ήταν ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης. Τώρα προέκυπτε ένα μεγαλύτερο θέμα: πώς να εξασφαλιστεί η ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα του Στραγγαλιστή που είχε ομολογήσει οικειοθελώς και στην απαίτηση του κόσμου για απονομή δικαιοσύνης.




Συνεχίζεται


Wednesday, January 10, 2007

Ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης (III)




Γραφείο Έρευνας για τον Στραγγαλιστή
Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Σίγουρα κάποιοι είχαν εξαπατήσει την αστυνομία σε πολλά πράγματα, αλλά η πραγματικότητα είναι πως ένας serial killer δεν ανακαλύπτεται εύκολα, ιδίως αν είναι έξυπνος και δεν αφήνει ίχνη. Παρ’ όλο τον πανικό που είχε κυριεύσει τις γυναίκες της Βοστώνης, το σίγουρο ήταν ότι οι ίδιες του άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού τους. Η αστυνομία δεν μπορούσε παρά μόνο υποθέσεις να κάνει για το αν τον γνώριζαν προσωπικά ή αν της ξεγελούσε με κάποιο τρόπο και τον δέχονταν σπίτι τους.

Δυο εβδομάδες μετά τη δολοφονία της Mary Sullivan, Υπουργός Δικαιοσύνης της Μασαχουσέτης αναλαμβάνει ο Edward Brooke. Στις 17 Ιανουαρίου του 1964, δηλώνει ότι η υπόθεση του Στραγγαλιστή αποτελεί την υπ’ αριθμόν 1 προτεραιότητά του. Ο Brooke δεν ήταν συνηθισμένος πολιτικός. Ήταν ένας πολύ όμορφος, έξυπνος και εκλεπτυσμένος επαγγελματίας. Επίσης ήταν ο μόνος αφροαμερικανός υπουργός στη χώρα. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός ότι ήταν ρεπουμπλικάνος σε μια πολιτεία άκρως δημοκρατική.

Υπήρχε μεγάλο ρίσκο στη δήλωση αυτή του Brooke, ιδίως αν δεν κατάφερνε ποτέ να συλλάβει τον Στραγγαλιστή, αλλά το σχέδιο που είχε καταστρώσει είχε νόημα. Δεν υποτιμούσε την αστυνομία της Βοστώνης, αλλά αυτή ήταν μια ασυνήθιστη υπόθεση στην οποία είχαν δικαιοδοσία πέντε διαφορετικά αστυνομικά τμήματα. Η ομάδα που ήθελε να σχηματίσει ο Brooke θα συντόνιζε τη δουλειά ανάμεσά τους. Θα υπήρχε προσωπικό που θα ασχολούνταν αποκλειστικά με την υπόθεση του Στραγγαλιστή. Δεν θα υπήρχαν στοιχεία που το ένα τμήμα θα κρατούσε κρυφά από το άλλο, για λόγους ζήλιας και ανταγωνισμού. Επιπλέον, η κίνηση του Brooke θα κατεύναζε τον τύπο. Είχε ήδη ξεκινήσει μια σταυροφορία εναντίον της αστυνομίας της Βοστώνης, κατηγορώντας τη για αδιαφορία και ανικανότητα.

Ως αρχηγό της ομάδας που δημιούργησε, την οποία ονόμασε Ειδική Διεύθυνση Έρευνας και Ανίχνευσης Εγκλήματος, ο Brooke επέλεξε έναν στενό του φίλο, τον αναπληρωτή υπουργό John S. Bottomly. O Bottomly ήταν αμφισβητήσιμη επιλογή, λόγω της απειρίας του στην εγκληματική νομοθεσία. Εντούτοις ήταν εξαιρετικά έντιμος και ενθουσιώδης. Δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση και ο Bottomly δεν ήταν ένας άντρας που ακολουθούσε συνηθισμένες μεθόδους.

Όμως τον ενθουσιασμό για την επιλογή του Bottomly, δεν τον συμμερίζονταν όλοι. Ο Edmund McNamara, επικεφαλής της αστυνομίας της Βοστώνης, ειρωνεύτηκε την επιλογή του Brooke. Ο συγγραφέας George V. Higgins, ο οποίος τότε εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην Associated Press είπε: «Ποτέ δεν άκουσα κάποιον να αναφέρεται στον Bottomly χωρίς τη λέξη «μαλάκας» πριν ή μετά από το όνομά του. Άρχισα, μάλιστα, να πιστεύω πως αποτελούσε μέρος από αυτό».

Για τη στελέχωση της ομάδας του Bottomly επιλέχθηκαν ο ντετέκτιβ Phillip DiNatale και ο ειδικός πράκτορας James Mellon, της αστυνομίας της Βοστώνης, ο αξιωματικός της Μητροπολιτικής αστυνομίας Stephen Delaney και ο Λοχίας της Κρατικής Αστυνομίας Andrew Tuney. Τέλος ο Δρ. Donald Kenefick τέθηκε επικεφαλής μιας ομάδας επιστημόνων, η οποία περιελάμβανε ψυχιάτρους και ιατροδικαστές και η οποία θα είχε συμβουλευτικό ρόλο.

Δυο μήνες αργότερα, ο Κυβερνήτης Peabody προσέφερε 10.000$ ως αμοιβή, σε όποιον παρείχε πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψη και καταδίκη του ανθρώπου που είχε διαπράξει τις έντεκα επίσημες δολοφονίες που αποδίδονταν στον Στραγγαλιστή.

Το Γραφείο Έρευνας για τον Στραγγαλιστή, όπως έγινε γνωστή η ομάδα, είχε πολλά να κάνει πριν φτάσει σε κάποιο αποτέλεσμα. Έπρεπε να συγκεντρώσει, να οργανώσει και να αφομοιώσει πάνω από 37 χιλιάδες σελίδες υλικού, που προέρχονταν από τα αστυνομικά τμήματα που είχαν ασχοληθεί με την υπόθεση. Η ομάδα των ψυχιάτρων έπρεπε να αναπτύξει το προφίλ του ανθρώπου που θα μπορούσε να έχει κάνει τους φόνους, ενώ εκείνη των ιατροδικαστών είχε βρει σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους φόνους των μεγαλύτερων σε ηλικία γυναικών από εκείνους των νεώτερων. Για αυτό το λόγο αποφάσισαν ότι δεν ήταν δυνατόν ένα και μόνο πρόσωπο να είχε διαπράξει όλους τους φόνους. Με άλλα λόγια επρόκειτο για αντιγραφείς.

Το προφίλ του δολοφόνου, στο οποίο κατέληξε η ομάδα του Δρ. Kenefick είχε ως εξής: ήταν τουλάχιστον 30 ετών, πιθανότατα μεγαλύτερος. Ήταν περιποιημένος, τακτικός και ακριβής. Η δουλειά του είναι χειρονακτική ή έχει ως χόμπυ κάτι που απαιτεί χειροτεχνία. Κατά πάσα πιθανότητα είναι ανύπαντρος ή χωρισμένος. Δεν δίνει την εντύπωση ψυχικά ασθενούς και δεν έχει στενούς φίλους.

Μετά από εισήγηση του Bottomly, ο Brooke έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή του για μια ριψοκίνδυνη κίνηση: δέχτηκε να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες του Peter Hurkos, ενός διάσημου ολλανδού μέντιουμ. Δύο ιδιωτικές εταιρίες πλήρωσαν για την αμοιβή και τα έξοδα του Hurkos. Ήταν δύσκολος άνθρωπος για να δουλέψει κανείς μαζί του και τελικά μπλέχτηκε σε περιπέτειες όταν υποδύθηκε έναν πράκτορα του FBI. O Hurkos υπέδειξε έναν ύποπτο, κάποιον που το Γραφείο Έρευνας για τον Στραγγαλιστή είχε ήδη ανακρίνει. Ο ύποπτος ήταν ένας πωλητής παπουτσιών με ιστορικό πνευματικής αστάθειας. Εντούτοις δεν βρέθηκε το παραμικρό στοιχείο που να τον συνδέει με τους φόνους.

Η αξιοπιστία του Γραφείου προσβλήθηκε εξαιτίας του Hurkos.


Ο «άντρας με τη μεζούρα»
Δυο χρόνια πριν αρχίσουν οι στραγγαλισμοί, μια σειρά περίεργων σεξουαλικών επιθέσεων άρχισαν στην περιοχή του Cambridge. Ένας άνδρας, λίγο μικρότερος από 30 ετών, χτυπούσε τις πόρτες διαμερισμάτων. Αν του άνοιγε νέα και όμορφη γυναίκα συστηνόταν ως κ. Johnson, υπάλληλος πρακτορείου μοντέλων. Έλεγε στην ανυποψίαστη γυναίκα ότι κάποιος την είχε συστήσει ως υποψήφιο μοντέλο. Έσπευδε να την καθησυχάσει ότι το μόντελινγκ αφορούσε μόνο επιδείξεις μόδας και δεν περιελάμβανε γυμνό. Η αμοιβή θα ήταν 40$ την ώρα. Υποτίθεται ότι τον είχε στείλει το πρακτορείο για να πάρει τις ακριβείς της διαστάσεις και κάποιες άλλες πληροφορίες. Πολλές από τις γυναίκες κολακευόντουσαν και πίστευαν την ιστορία του. Του επέτρεπαν, λοιπόν, να βγάλει τη μεζούρα του και να τις μετρήσει!

Έμοιαζε καλό άτομο και είχε ένα γοητευτικό, αγορίστικο χαμόγελο. Όταν τελείωνε, τους έλεγε ότι η κα Lewis από το πρακτορείο, θα επικοινωνούσε μαζί τους, αν οι διαστάσεις τους ήταν κατάλληλες. Φυσικά, καμία κα Lewis δεν τηλεφωνούσε ποτέ. Κάποιες από αυτές κατήγγειλαν το γεγονός στην αστυνομία. Στις 17 Μαρτίου του 1961, η αστυνομία συνέλαβε κάποιον που προσπαθούσε να διαρρήξει ένα σπίτι. Αυτός παραδέχτηκε πως ήταν ο «άντρας με τη μεζούρα».

Το όνομά του ήταν Albert DeSalvo, ήταν 20 χρονών και είχε αρκετές καταδίκες για διαρρήξεις και κλοπές. Ζούσε στο Malden με τη γερμανίδα γυναίκα του και δυο μικρά παιδιά. Δούλευε πρωινή βάρδια σε ένα εργοστάσιο ελαστικών ως πρεσαδόρος. Όταν ρωτήθηκε γιατί έκανε το κόλπο με τη μεζούρα, απάντησε: «δεν είμαι όμορφος, δεν είμαι μορφωμένος, αλλά έτσι μπορούσα να αγγίξω τις γυναίκες ανώτερης τάξης από τη δική μου. Ήταν όλες κολεγιόπαιδα αλλά κατάφερα να τις κοροϊδέψω». Ο δικαστής, λυπήθηκε τον DeSalvo που έπρεπε να φροντίσει την οικογένειά του και τον καταδίκασε μόνο σε 18 μήνες φυλάκιση. Έδειξε καλή συμπεριφορά και αποφυλακίστηκε τον Απρίλιο του 1962, δύο μήνες πριν ανακαλυφθεί το πτώμα της Anne Slesers, πρώτου θύματος του Στραγγαλιστή.

Ο Albert DeSalvo γεννήθηκε στο Chelsey της Μασαχουσέτης, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1931. Είχε άλλα πέντε αδέλφια. Ο πατέρας του ήταν ένας εξαιρετικά βίαιος άντρας, που συχνά χτυπούσε τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ο DeSalvo ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά από πολύ μικρός, και συνελήφθη αρκετές φορές για επιθέσεις και ξυλοκοπήματα. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του διήνυσε περιόδους πολύ καλής συμπεριφοράς για να τις ακολουθήσουν άλλες που διαρκώς έμπλεκε σε προβλήματα. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να κρατά το γιο της μακριά από φασαρίες. Η σχέση τους, με εξαίρεση την απογοήτευσή της όταν Albert είχε μπλεξίματα με το νόμο, ήταν πολύ καλή.

Ο DeSalvo υπηρέτησε στο στρατό από το 1948 μέχρι το 1956 και για κάποιο διάστημα έμεινε στη Γερμανία. Εκεί γνώρισε τη γυναίκα του, Irmgard Beck, μια ελκυστική γυναίκα από αξιοσέβαστη οικογένεια. Αποστρατεύτηκε με τιμές. Το 1955 συνελήφθη για παρενόχληση ενός μικρού κοριτσιού, αλλά οι κατηγορίες αποσύρθηκαν. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε το πρώτο του παιδί, η Judy. Το μικρό κοριτσάκι γεννήθηκε με μιαν αναπηρία, μια σοβαρή παραμόρφωση της λεκάνης. Το πρόβλημα αυτό είχε μεγάλο αντίκτυπο στην οικογενειακή ζωή του DeSalvo. Η γυναίκα του είχε τρομοκρατηθεί στην ιδέα ότι ένα δεύτερο παιδί θα γεννιόταν με αναπηρία και έκανε ότι μπορούσε για να αποφεύγει το σεξ. Από την άλλη, ο DeSalvo είχε μια αφύσικα αχόρταγη όρεξη για σεξ, πολλές φορές τη μέρα.


O Albert DeSalvo με την οικογένειά του

Ανάμεσα στο 1956 και στο 1960, συνελήφθη αρκετές φορές για διάρρηξη και κάθε φορά έπαιρνε αναστολή. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Michael, χωρίς καμία ανωμαλία. Παρ’ όλα τα προβλήματα που είχε με το νόμο, ο DeSalvo εργαζόταν κανονικά. Μετά από τη δουλειά στο εργοστάσιο ελαστικών, εργάστηκε στα ναυπηγεία και στη συνέχεια σαν συντηρητής κτηρίων. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τον γνώριζαν τον συμπαθούσαν. Ο εργοδότης του τον χαρακτήρισε ως έναν καλό, αξιοπρεπή οικογενειάρχη και καλό υπάλληλο. Πράγματι, ο DeSalvo ήταν καλός οικογενειάρχης και φερόταν στη γυναίκα του με αγάπη και τρυφερότητα.

Ένα άλλο ελάττωμα που είχε ο DeSalvo, εκτός από το να κλέβει, ήταν το ότι του άρεσε να καυχιέται. Έπρεπε πάντα να ξεπεράσει οποιονδήποτε συνομιλούσε μαζί του, ασχέτως της περίπτωσης. Ο αστυνομικός επιθεωρητής Edmund McNamara συνόψισε το πρόβλημα στη φράση: «Ο DeSalvo λέει μπαρούφες».

Ο «πράσινος άντρας»
Στις αρχές του Νοέμβρη του 1964, σχεδόν τρία χρόνια αφότου είχε βγει από τη φυλακή, ο DeSalvo συνελήφθη πάλι. Αυτή τη φορά οι κατηγορίες ήταν πιο σοβαρές από διάρρηξη και κλοπή και μέτρημα με μεζούρα.

Στις 27 Οκτωβρίου, μια νιόπαντρη γυναίκα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ενώ ο άντρας της είχε μόλις φύγει για τη δουλειά. Ξαφνικά, ένας άντρας βρέθηκε στο δωμάτιό της και της έβαλε ένα μαχαίρι στο λαιμό. «Τσιμουδιά, αλλιώς θα σε σκοτώσω», της είπε. Της έχωσε το εσώρουχό της στο στόμα και την έδεσε με ανοιχτά τα χέρια στα κάγκελα του κρεβατιού με τα ρούχα της. Τη φίλησε και τη θώπευσε, και μετά τη ρώτησε πως θα έβγαινε από το διαμέρισμα. Της είπε να παραμείνει ήσυχη για δέκα λεπτά. Στη συνέχεια της ζήτησε συγγνώμη και έφυγε. Η γυναίκα είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει πολύ καλά το πρόσωπό του. Έδωσε την περιγραφή του στην αστυνομία και το σκίτσο που φτιάχτηκε θύμιζε τον άντρα με τη μεζούρα.

Ο DeSalvo συνελήφθη και οδηγήθηκε στο τμήμα, όπου η γυναίκα τον ανεγνώρισε. Ο DeSalvo αφέθηκε ελεύθερος πληρώνοντας εγγύηση. Η φωτογραφία του έκανε το γύρο των αστυνομικών τμημάτων, όπως ήταν η ρουτίνα. Σύντομα, από το τμήμα του Connecticut, έγιναν τηλεφωνήματα πως αναζητούσαν έναν άντρα, υπεύθυνο για σεξουαλικές επιθέσεις, τον οποίον αποκαλούσαν ο «πράσινος άντρας», λόγω του πράσινου παντελονιού που φορούσε. Η περιγραφή που είχαν δώσει τα θύματά του ταίριαζε στον DeSalvo.

Η αστυνομία τον συνέλαβε ξανά, αυτή τη φορά στο σπίτι του, με σκοπό να τον δουν τα θύματα και να τον αναγνωρίσουν. Ο DeSalvo ένοιωσε βαθιά προσβεβλημένος και ντροπιασμένος που τον είδε η γυναίκα του με χειροπέδες, η οποία, όμως, δεν ένοιωσε καμία έκπληξη, Ο Albert ήταν παθιασμένος με το σεξ και καμία γυναίκα δεν θα ήταν ποτέ αρκετή γι αυτόν. Τον συμβούλεψε να είναι απόλυτα ειλικρινής με την αστυνομία και να μην τους κρύψει τίποτα.

Ο DeSalvo ομολόγησε γύρω στις 400 διαρρήξεις και δύο βιασμούς. Είπε πως είχε πραγματοποιήσει γύρω στις 300 σεξουαλικές επιθέσεις σε γυναίκες σε τέσσερις πολιτείες. Με δεδομένη την τάση του DeSalvo να καυχιέται, είναι αμφίβολο κατά πόσον ο πραγματικός αριθμός ήταν τόσο ψηλός. Πολλά από τα περιστατικά δεν είχαν καν καταγγελθεί και ο έλεγχος για την ακρίβεια των λεγομένων του ήταν αδύνατος. «Εάν γνωρίζατε όλη την ιστορία, δεν θα την πιστεύατε», είπε ο DeSalvo σε έναν από τους αστυνομικούς. «Αλλά θα μαθευτεί, θα δείτε.»

Τον έστειλαν στο Κρατικό Νοσοκομείο του Bridgewater για παρακολούθηση. Αν και η αστυνομία δεν πίστευε πως ο DeSalvo είναι ο Στραγαλιστής, θέλησε να τον εξετάσουν οι εκεί ψυχίατροι. Λίγο μετά την άφιξη του DeSalvo στο Bridgewater, ένας επικίνδυνος άντρας, ο George Nassar, στάλθηκε εκεί ως τρόφιμος. Ήταν κατηγορούμενος για την φριχτή δολοφονία ενός υπαλλήλου πρατηρίου βενζίνης. Ο Nassar δεν ήταν κοινός δολοφόνος. Το IQ του πλησίαζε τα επίπεδα ιδιοφυΐας και είχε αναπτύξει εξαιρετικά την ικανότητά του να χειρίζεται ανθρώπους. Όσο ήταν φυλακή, για έναν φόνο που είχε διαπράξει στο παρελθόν, μελετούσε Ρώσικα και άλλα πολλά.

Ο Nassar τοποθετήθηκε στον ίδιο θάλαμο με τον DeSalvo και έγινε ο έμπιστός του.


Συνεχίζεται

Saturday, January 06, 2007

Ο Στραγγαλιστής της Βοστώνης (II)



Ένα νεαρό θύμα
Τους επόμενους τρεις μήνες δεν συνέβη τίποτα και η Βοστώνη ανάσανε. Η αστυνομία βρήκε χρόνο να ελέγξει οποιονδήποτε, κατά τη γνώμη της, έχρηζε ελέγχου. Τίποτα δεν προέκυψε, εκτός από μια μακροσκελή λίστα ατόμων που, κανένα από αυτά, δεν ήταν ο Στραγγαλιστής. Η ήρεμη περίοδος τελείωσε στις 5 Δεκεμβρίου του 1962, όταν η Sophie Clark, μια δημοφιλής και ελκυστική Αφροαμερικανίδα, φοιτήτρια στο Ινστιτούτο Ιατρικής Τεχνολογίας του Carnegie, βρέθηκε νεκρή από τις δύο της συγκατοίκους. Το διαμέρισμα που μοιραζόταν η Sophie με τις δυο άλλες κοπέλες ήταν μόλις δυο τετράγωνα μακριά από εκείνο της Anna Sleser.

Η Sophie βρισκόταν γυμνή στο σαλόνι, με τα πόδια ανοιχτά, στραγγαλισμένη με τρεις νάιλον κάλτσες της, οι οποίες ήταν σφιχτά δεμένες γύρω από το λαιμό της. Το μισοφόρι της ήταν κι αυτό δεμένο στο λαιμό της. Υπήρχαν ενδείξεις σεξουαλικής κακοποίησης και βρέθηκε σπέρμα στο χαλί, κοντά στο πτώμα της.

Δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης του διαμερίσματος, αλλά η Sophie είχε ψύχωση με την ασφάλεια και είχε επιμείνει στο να μπει μια δεύτερη κλειδαριά στην πόρτα του διαμερίσματος. Ρωτούσε πάντα ποιος είναι πριν ανοίξει την πόρτα, παρ’ όλα αυτά ο δολοφόνος την έπεισε με κάποιο τρόπο να τον βάλει μέσα. Η Sophie είχε παλέψει με τον δολοφόνο της, ο οποίος είχε ψάξει όλο το διαμέρισμα και είχε εξετάσει τη συλλογή της δίσκων κλασσικής μουσικής. Την ώρα που την επισκέφθηκε ο Στραγγαλιστής, έγραφε ένα γράμμα στον φίλο της. Η Sophie δεν έβγαινε με κανέναν στην περιοχή της Βοστώνης και ήταν πολύ επιφυλακτική με το άλλο φύλο. Η δολοφονία της Sophie διέφερε σε αρκετά σημεία από τις προηγούμενες. Ήταν νέα, μαύρη και δεν ζούσε μόνη. Επίσης, για πρώτη φορά, βρέθηκε σπέρμα στον τόπο του εγκλήματος.

Όταν η αστυνομία ανέκρινε τους γείτονες, η κ. Marcella Lulka, η οποία ζούσε στο ίδιο κτήριο, ανέφερε ότι γύρω στις 2.20’ το απόγευμα, ένας άντρας χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματός της και της είπε ότι ο επιστάτης τον είχε στείλει να βάψει το διαμέρισμά της. Στη συνέχεια της είπε ότι θα έπρεπε να επισκευάσει το ταβάνι του μπάνιου και τη συνεχάρη για το ωραίο της σώμα. «Έχετε σκεφτεί ποτέ να γίνετε μοντέλο?», τη ρώτησε. Η κ. Lulka έφερε το δάχτυλο στα χείλη της και ο άντρας θύμωσε. Η διάθεσή του φαινόταν να έχει πολλές μεταπτώσεις. «Ο άντρας μου κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο», του είπε. Τότε εκείνος ισχυρίστηκε πως είχε κάνει λάθος στο διαμέρισμα και έφυγε βιαστικά. Η περιγραφή που έκανε η κ. Lulka, μιλούσε για έναν άντρα μεταξύ 25 και 30 ετών, μέσου αναστήματος και με καστανά μαλλιά, που φορούσε ένα σκούρο μπουφάν και σκούρο πράσινο παντελόνι.

Ήταν αυτός ο Στραγγαλιστής? Είναι πολύ πιθανόν, μιας και ο επιστάτης του κτηρίου δεν είχε στείλει κανέναν να κάνει δουλειά στα διαμερίσματα. Επίσης, η ώρα θανάτου της Sophie Clark, προσδιορίστηκε γύρω στις 2.30’ το απόγευμα.


Περισσότερα θύματα
Τρεις εβδομάδες αργότερα, η 23χρονη patricia Bissette, μια γραμματέας σε μια εταιρία της Βοστώνης, ανακαλύφθηκε νεκρή τη Δευτέρα, στις 31 Δεκεμβρίου του 1962, όταν το αφεντικό της ανησύχησε για εκείνη. Πήγε το πρωί στο διαμέρισμά της για να την πάρει, όπως κάθε μέρα, αλλά δεν άνοιγε την πόρτα. Όταν δεν εμφανίστηκε στη δουλειά, επέστρεψε στο διαμέρισμά της, το οποίο ήταν στην ίδια περιοχή με εκείνα της Anne Slesers και της Sophie Clark. Το διαμέρισμα ήταν κλειδωμένο, έτσι το αφεντικό της με τη βοήθεια ενός φύλακα, σκαρφάλωσε σ’ ένα παράθυρο και μπήκε.

Τη βρήκαν ανάσκελα στο κρεβάτι της με τα σκεπάσματα τραβηγμένα μέχρι το σαγόνι της. Έμοιαζε να κοιμάται. Κάτω από τα σκεπάσματα, είχε αρκετές κάλτσες δεμένες στο λαιμό της, καθώς και μια μπλούζα. Υπήρχαν ίχνη πρόσφατης σεξουαλικής δραστηριότητας και ήταν έγκυος. Υπήρχαν αμυχές και εκδορές στον πρωκτό της. Ο δολοφόνος είχε ψάξει το διαμέρισμα.

Για δυο, ακόμη, μήνες τα πράγματα ηρέμησαν και η αστυνομία συνέχισε να ψάχνει για ίχνη που θα μπορούσαν να συνδέσουν αυτές τις γυναίκες μεταξύ τους, για κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε να τις έχει γνωρίσει όλες, κάποιον κοινό τόπο που θα μπορούσαν να συχνάζουν. Άτομα με παντός είδους διαταραχές ελέγχθηκαν ξανά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Στις αρχές του Μάρτη του 1963, 25 μίλια βόρεια από τη Βοστώνη, στο Lawrence, η 68χρονη Mary Brown βρίσκεται στο διαμέρισμά της ξυλοκοπημένη έως θανάτου. Είχε επίσης στραγγαλιστεί και βιαστεί. Δυο μήνες αργότερα ο θάνατος επιστρέφει στη Βοστώνη. Στις 8 Μαΐου, η Beverly Samans, μια όμορφη 23ρονη απόφοιτη πανεπιστημίου, δεν εμφανίζεται στην πρόβα της χορωδίας στην οποία συμμετέχει. Ο φίλος της πηγαίνει σπίτι της και ανοίγει με το κλειδί που εκείνη του είχε δώσει.

Την είδε μόλις μπήκε. Ξαπλωμένη σε έναν καναπέ-κρεβάτι, με τα πόδια ανοιχτά. Τα χέρια της είναι δεμένα πίσω από το κεφάλι της με ένα από τα φουλάρια της. Στο λαιμό της είναι περασμένα μια νάιλον κάλτσα και δυο μαντήλια δεμένα μεταξύ τους. Ένα κομμάτι πανί σκεπάζει το πρόσωπό της από το στόμα και πάνω και ένα άλλο είναι χωμένο μέσα στο στόμα της. Αν και η Beverly δίνει την εντύπωση πως έχει στραγγαλιστεί, στην πραγματικότητα έχει πεθάνει από τις τέσσερις μαχαιριές στο λαιμό της. Συνολικά έχει δεχτεί 22 μαχαιριές, 18 από τις οποίες είναι στο αριστερό της στήθος, σχηματίζοντας έναν στόχο. Τα δεσμά στο λαιμό της είναι «διακοσμητικά» και δεν είναι αρκετά σφιχτά ώστε να την στραγγαλίσουν. Από την ώρα του θανάτου της έχουν περάσει 48 έως 72 ώρες. Η Beverly σπούδαζε για να γίνει τραγουδίστρια όπερας και σκόπευε να δοκιμάσει την τύχη της στην Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης. Η αστυνομία υπέθεσε ότι λόγω του τραγουδιού είχε αναπτύξει τους μύες του λαιμού της, γεγονός που κατέστησε δύσκολο το στραγγαλισμό της και οδήγησε στο μαχαίρωμα.


Το Μέντιουμ
Η αστυνομία είχε αρχίσει να απελπίζεται. Κάποιος τους έφερε σε επαφή με έναν κειμενογράφο, τον Paul Gordon, ο οποίος υποτίθεται πως είχε διορατικές δυνάμεις, και που ισχυριζόταν πως ήξερε ποιος ήταν ο Στραγγαλιστής και μπορούσε να τον περιγράψει. Η αστυνομία αρπάχτηκε από αυτή την πιθανότητα και ο Paul άρχισε την περιγραφή του άντρα που σκότωσε την Anna Slesers:

«Τον βλέπω. Είναι αρκετά ψηλός με κοκαλιάρικα χέρια, χλωμό λευκό δέρμα, βουλιαγμένα μάτια. Τα μάτια του με εντυπωσίασαν. Τα μαλλιά του με προβλημάτισαν γιατί έχει τη συνήθεια να σπρώχνει πίσω μια μικρή μπούκλα που του πέφτει στα μάτια. Του λείπει ένα δόντι, επάνω δεξιά. Είναι σε κάποιο νοσοκομείο ή ίδρυμα. Δεν είναι υπό περιορισμό γιατί τον βλέπω να περπατά σε ένα λιβάδι. Έχει πολλά προβλήματα. Συνήθιζε να χτυπάει τη μητέρα του, η οποία ήταν μια ηλίθια, αυταρχική γυναίκα, και τις δύο του αδελφές με τις μίζερες ζωές. Η οικογένεια κατάγεται από το Maine ή το Vermont. Είναι τρομερά μοναχικός, όταν είναι στην πόλη. Τον βλέπω να κοιμάται σε υπόγεια, αλλά του αρέσει να περιπλανιέται στην πόλη χαζεύοντας τις γυναίκες, προσπαθώντας να βρίσκεται όσο το δυνατόν περισσότερο κοντά τους. Βλέπετε, ο φουκαράς αναζητεί διαρκώς τη μητέρα του, αλλά δεν τη βρίσκει γιατί έχει πεθάνει».

Ένας από τους αστυνομικούς έφερε φωτογραφίες διαφόρων ανδρών που είχαν συλληφθεί να κάνουν διαρρήξεις στην περιοχή. Ο Gordon υπέδειξε έναν από αυτούς, τον Arnold Wallace, ως τον Στραγγαλιστή. Ο Wallace ήταν ένας 26χρονος ψυχικά ασθενής στο Κρατικό Νοσοκομείο της Βοστώνης, που είχε δικαίωμα εξόδου. Λίγες μέρες νωρίτερα περιπλανιόταν στην περιοχή και κοιμόταν στα υπόγεια πολυκατοικιών. Ήταν βίαιος και είχε χτυπήσει τη μητέρα του αρκετές φορές.

Στη συνέχεια ο Gordon μίλησε για τη δολοφονία της Sophie Clark και περιέγραψε το διαμέρισμά της με εκπληκτικές λεπτομέρειες, σαν να το είχε επισκεφθεί. Είπε ότι ο δολοφόνος της ήταν ένας μεγαλόσωμος, γεροδεμένος μαύρος άντρας τον οποίο η Sophie γνώρισε. Οι αστυνομικοί σάστισαν με την ακρίβεια της περιγραφής του διαμερίσματος. Επίσης η κατά τον Gordon περιγραφή του δολοφόνου, ταίριαζε με αυτή του Lewis Barnett, ήδη ύποπτου για το φόνο της Sophie. Είχαν βγει μαζί για μια φορά και ήταν πιθανό η Sophie να του επέτρεψε την είσοδο στο διαμέρισμά της.

Όταν οι αστυνομικοί επισκέφθηκαν το νοσοκομείο για να μιλήσουν στον Wallace, ανακάλυψαν πως είχε δραπετεύσει 5-6 φορές, που συνέπιπταν με τους στραγγαλισμούς. Ο Gordon είχε πάει μαζί τους για να δει κι εκείνος τον Wallace. «Αυτός είναι!», τους είπε. Όμως, σε έρευνα που έκαναν, ανακάλυψαν ότι ο Gordon είχε επισκεφθεί το νοσοκομείο πριν πάει στην αστυνομία, άρα μπορεί να είχε δει εκεί τον Wallace. Ίσως όλη η υπόθεση να ήταν απάτη. Ίσως ο ίδιος ο Gordon να ήταν ο Στραγγαλιστής.

Ο Wallace, το IQ του οποίου ήταν μεταξύ 60 και 70, υπεβλήθη σε τεστ ανίχνευσης ψεύδους. Η χαμηλή νοημοσύνη του και η ανικανότητά του να διακρίνει το πραγματικό από το φανταστικό, έκαναν την επικοινωνία δύσκολη. Το τεστ δεν κατέληξε σε συμπέρασμα και ο Wallace οδηγήθηκε πίσω στο νοσοκομείο, ενώ η αστυνομία άρχισε να εξετάζει όλες αυτές τις συμπτωματικές ενδείξεις.


Οι δολοφονίες συνεχίζονται
Το καλοκαίρι του 1963 κύλησε χωρίς δολοφονίες. Ύστερα, στις 8 Σεπτέμβρη, στο Salem, η Evelyn Corbin, μια όμορφη 58χρονη ζωντοχήρα, η οποία έδειχνε τουλάχιστον 10 χρόνια νεώτερη, βρέθηκε δολοφονημένη.

Είχε στραγγαλιστεί με δυο νάιλον κάλτσες της. Βρίσκονταν διαγώνια στο κρεβάτι και γυμνή. Η κιλότα της ήταν χωμένη στο στόμα της. Γύρω από το κρεβάτι βρέθηκαν χαρτομάντιλα με ίχνη κραγιόν και σπέρματος. Σπέρμα βρέθηκε και στο στόμα της, αλλά όχι στον κόλπο της. Το κλειδωμένο της διαμέρισμα είχε ψαχτεί αλλά τίποτα δεν είχε κλαπεί. Ένας δίσκος με τα κοσμήματά της βρέθηκε στο πάτωμα και το περιεχόμενο της τσάντας της είχε αδειαστεί στον καναπέ. Ένα παράξενο ίχνος που βρέθηκε έμεινε χωρίς εξήγηση: στη σκάλα της εξόδου κινδύνου, έξω από το παράθυρό της, βρέθηκε ένα φρέσκο ντόνατ, το οποίο δεν είχε αφήσει ή πετάξει εκεί κανείς από τους ενοίκους του κτηρίου.

Στις 25 Νοέμβρη, η Βοστώνη θρηνούσε το θάνατο του αγαπημένου της Προέδρου John F. Kennedy, ο οποίος είχε δολοφονηθεί τρεις μέρες νωρίτερα. Ενώ οι περισσότεροι αμερικανοί ήταν κολλημένοι στις τηλεοράσεις τους, η Joann Graff βιάστηκε και δολοφονήθηκε στο διαμέρισμά της.

Η πολύ συντηρητική και θρησκευόμενη 23χρονη βιομηχανική σχεδιάστρια, είχε πεθάνει λίγο πριν τον Πρόεδρο. Δυο νάιλον κάλτσες ήταν περίτεχνα δεμένες γύρω από το λαιμό της. Υπήρχαν σημάδια από δόντια στα στήθη της. Το εξωτερικό μέρος του κόλπου της ήταν ξεσκισμένο και ματωμένο.

Στις 3.25 το απόγευμα, ο φοιτητής που έμενε στο διαμέρισμα πάνω από το δικό της, άκουσε βήματα στο χωλ. Η σύζυγός του ανησυχούσε ότι κάποιος κατασκόπευε τριγυρνώντας στους διαδρόμους και έτσι πήγε στην πόρτα και προσπάθησε ν’ ακούσει. Όταν άκουσε χτύπημα στην πόρτα του απέναντι διαμερίσματος άνοιξε τη δική του. Αντίκρισε έναν άντρα περίπου 27 ετών, με μπριγιαντίνη στα μαλλιά και ντυμένο με σκούρο πράσινο παντελόνι και σκούρο πουκάμισο και μπουφάν. «Η Joann Graff μένει εδώ?», τον ρώτησε ο άνδρας και ο φοιτητής του εξήγησε ότι η κοπέλα έμενε στον κάτω όροφο. Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε την πόρτα του κάτω διαμερίσματος να ανοίγει και να κλείνει και υπέθεσε ότι η Joann είχε δεχτεί τον επισκέπτη της. Δέκα λεπτά αργότερα ένας φίλος τηλεφώνησε στη Joann αλλά κανείς δεν απάντησε.

Το πρωί πριν από το θάνατο της Joann, σε ένα διπλανό διαμέρισμα, μια γυναίκα άκουσε κάποιον έξω από την πόρτα της. Στη συνέχεια είδε ένα κομμάτι άσπρο χαρτί να γλιστρά κάτω από την πόρτα. Καθώς το παρατηρούσε σαν υπνωτισμένη να κινείται από τη μια άκρη στην άλλη, το χαρτί εξαφανίστηκε και άκουσε βήματα.

Είχε περάσει κάτι παραπάνω από έναν μήνα, όταν στις 4 Ιανουαρίου του 1964, δυο νεαρές γυναίκες επέστρεψαν σπίτι τους από τη δουλειά. Ανοίγοντας την πόρτα βρήκαν τη νέα τους συγκάτοικο, τη 19χρονη Mary Sullivan, δολοφονημένη με τον πιο αλλόκοτο και φρικιαστικό τρόπο.

Όπως και τα άλλα θύματα, η Mary Sullivan είχε στραγγαλιστεί. Πρώτα με μια σκούρα κάλτσα. Πάνω από αυτήν υπήρχε ένα μεταξωτό ροζ φουλάρι, δεμένο σε τεράστιο φιόγκο κάτω από το σαγόνι της. Και πάνω από αυτό ένα άλλο φουλάρι, ροζ με άσπρα λουλούδια. Μια κάρτα με φωτεινά χρώματα που έγραφε «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος» είχε στηριχτεί στα πόδια της.

Το χειρότερο, όμως ήταν άλλο: βρέθηκε καθιστή στο κρεβάτι της, με την πλάτη ακουμπισμένη στο κεφαλάρι. Παχύρρευστο υγρό, που έμοιαζε με σπέρμα, έτρεχε από το στόμα της πάνω στα γυμνά της στήθη. Ένα σκουπόξυλο είχε εμβολίσει τον κόλπο της.







Συνεχίζεται