Showing posts with label ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Show all posts
Showing posts with label ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Show all posts

Monday, February 12, 2007

Το "σιδέρωμα" της Σπυριδούλας II



Λαϊκό ίνδαλμα
Η αποκάλυψη των λεπτομερειών του γεγονότος συγκίνησε έντονα την κοινή γνώμη και ο Τύπος δεν άφησε την ευκαιρία χαμένη για να αυξήσει θεαματικά τις πωλήσεις του, απευθυνόμενος εύστοχα στο θυμικό των αναγνωστών. Για περίπου έναν μήνα, οι αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευαν μακροσκελή ρεπορτάζ με αναλυτικές πληροφορίες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό για τη ζωή της Σπυριδούλας στο χωριό της και στο σπίτι του ζεύγους Βεϊζαδέ, αφηγήσεις των γονιών, του αδελφού και των γειτόνων της και αναλυτικές περιγραφές από το σύνολο, σχεδόν, των καθημερινών δραστηριοτήτων της στο νοσοκομείο.

Ενδεικτικό του τεράστιου και πρωτοφανούς κοινωνικού ενδιαφέροντος που προκάλεσε η περίπτωσή της, ήταν το γεγονός πως ήδη από τις πρώτες ημέρες χρειάστηκαν να επέμβουν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις για να διαλύσουν τα πλήθη των προσερχόμενων στο νοσοκομείο, ενώ την ίδια στιγμή μεγάλες ποσότητες από δώρα, σοκολάτες και γλυκά πάσης φύσεως, ακόμα και καλλυντικά είχαν συγκεντρωθεί στο θάλαμο όπου νοσηλευόταν η Σπυριδούλα.


Εκδηλώσεις ενθουσιασμού και θερμής συμπαράστασης στο πρόσωπο της Σπυριδούλας,
η οποία σε λίγες ημέρες είχε γίνει το κύριο θέμα της επικαιρότητας…

Επίσης, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο νοσοκομείο την επισκέφθηκαν βουλευτές, ο δήμαρχος Πειραιά, ο Μητροπολίτης Λάρισας, ηθοποιοί και άλλοι καλλιτέχνες, καθώς και εκπρόσωποι κοινωνικών ιδρυμάτων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Ο πλαστικός χειρουργός Β. Οικονόμου εξέφρασε την επιθυμία να πραγματοποιήσει δωρεάν πλαστική εγχείρηση στα τραύματα της Σπυριδούλας, ενώ και ο γιατρός της βασιλικής οικογένειας, καθηγητής Θ. Δοξιάδης, «επισκέφθηκε στο Τζάνειο την Σπυριδούλα Ράπτη και αφού ενημερώθηκε για την πορεία της υγείας της, την επισκέφθηκε και της εξέφρασε το ενδιαφέρον, τόσο του ιδίου, όσο και των Βασιλέων. Ο καθηγητής μετέφερε στην Σπυριδούλα το ενδιαφέρον του Βασιλιά για ταχεία και πλήρη ανάρρωση και της υποσχέθηκε ότι θα της παρασχεθεί πλήρης ιατροφαρμακευτική περίθαλψη» (εφημερίδα «Η Απογευματινή» - Σάββατο 13 Αυγούστου 1955).

Κινηματογραφιστές πρότειναν να πρωταγωνιστήσει σε ταινία, λόγω της δημοτικότητάς της, ενώ παράλληλα διενεργήθηκαν αλλεπάλληλοι έρανοι για τη συγκέντρωση χρημάτων που θα συνέβαλαν στην αποκατάσταση της υγείας της. Ανάμεσά τους ήταν οι αξιωματικοί και οι ναύτες της 6ης Μοίρας του αμερικανικού Ναυτικού, οι οποίοι πρόσφεραν στην Σπυριδούλα περισσότερα από 1.000 δολ. ώστε να τη βοηθήσουν «να κάνει την προίκα της» (εφημερίδα «Ακρόπολις» - Τετάρτη 17 Αυγούστου 1955).

Ο Γενικός Γραμματέας της Γ.Σ.Ε.Ε. Κ. Μακρής ζήτησε από οικοδόμους, τεχνίτες, ξυλουργούς και άλλες σχετικές ειδικότητες να προσφέρουν δωρεάν εργασία για την ταχεία ανέγερση ενός σπιτιού το οποίο θα δωριζόταν στην Σπυριδούλα. «Με ενθουσιασμό θα αποκαταστήσουμε το κορίτσι που είναι σύμβολο της βιοπάλης» δήλωσε στις 18 Αυγούστου.

Εξάλλου, ένας πολίτης πρότεινε την καθιέρωση του όρου «βεϊζαδισμός» ως συνώνυμου της ωμότητας και της βαρβαρότητας, κάποιος άλλος πρόσφερε μέρος του σώματός του για να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση που θα απαιτούταν πλαστική επέμβαση, ενώ πολλοί πολίτες, με επιστολές τους στις εφημερίδες, ζητούσαν από τους δικαστές να εξαντλήσουν όλη την αυστηρότητά τους και να επιβληθεί στους εγκληματίες η ίδια τιμωρία: κάψιμο με σίδερο! Ακόμα, ένας 17χρονος μαθητής από την Καλαμάτα έκανε, μέσω του Τύπου, πρόταση γάμου στην Σπυριδούλα, με τη συναίνεση μάλιστα της οικογένειάς του (η είδηση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Απογευματινή» στις 23 Αυγούστου 1955).


Μία ακόμη (σκηνοθετημένη;) φωτογραφία της Σπυριδούλας, που εκείνη την
εποχή είχε εξελιχθεί σε ένα από πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στην Ελλάδα

Επίσης, η περιπέτεια της Σπυριδούλας, ενέπνευσε τον Αντ. Παπαδημητρίου (κάτοικο του Πειραιά) να γράψει και να δημοσιεύσει το παρακάτω ποίημα, που θυμίζει έντονα το περίφημο τραγούδι «Η Κακούργα Πεθερά» του Ι. Μοντανάρη, που είχε γραφτεί με αφορμή τη δολοφονία του Δ. Αθανασόπουλου (βλέπε σχετικό θέμα στο «Έγκλημα και Τιμωρία» - 18 Σεπτεμβρίου 2006):
«Ακούσατε τι έγινε κοντά στην Παναγίτσα;
Η Αντιγόνη έβαλε το σίδερο στην πρίζα
αφού το ζέστανε καλά, πιάνει την Σπυριδούλα
όπου την πήρε από μικρή για να την έχει δούλα
αφού τη ζέστανε καλά, τη δένει στο κρεβάτι
την σιδερώνει άσπλαχνα στα μούτρα και την πλάτη.
Ολόγυμνη τη γδύσανε επάνω στο κρεβάτι
Και ρίχτηκαν επάνω της σα μανιασμένοι δράκοι.
Ο άντρας της την κράταγε σα λυσσασμένος λύκος
κι εκείνη της σιδέρωνε τα μούτρα και το στήθος.
Άσπλαχνη, δε λυπήθηκες, δεν πόνεσες λιγάκι
σαν άκουσες το δύστυχο κι άτυχο κοριτσάκι
που το εμπιστεύθηκε η μάνα του σ’ εσένα
τ’ αποχωρίστηκε και ήρθε εδώ στα ξένα.
Πολλά καλά της έταζες, πως θα την προστατεύσεις
Και συ, κακούργα, βάλθηκες για να την ξεμπερδέψεις
ήθελα να ‘μουν δικαστής, για να σας δικάσω
τους δυο σας χειροπόδαρα, μαζί να σας κρεμάσω»

Κυκλοφόρησαν ακόμα και σπιρτόκουτα με τη φωτογραφία της Σπυριδούλας στην μπροστινή όψη!…



Χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εφημερίδας
«Ελευθερία» στις 14/8/1955




Εξαγνισμός…
Στις αρχές Σεπτεμβρίου και μετά από ένα μήνα παραμονής στο νοσοκομείο, η Σπυριδούλα Ράπτη πήρε εξιτήριο και επέστρεψε στο χωριό της. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, όλοι οι εργαζόμενοι του Τζάνειου την «ξεπροβόδησαν και της ευχήθηκαν κάθε ευτυχία στη ζωή της, ενώ κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος την επευφημούσε και της ευχόταν να έχει καλή τύχη».

Η Σπυριδούλα, με τη βοήθεια των νοσοκόμων, κάνει τις πρώτες βόλτες της στους διαδρόμους
του νοσοκομείου, καθώς η κατάσταση της υγείας της σημείωσε γρήγορα θεαματική βελτίωση



Περίπου πέντε μήνες αργότερα, στις 30 και 31 Ιανουαρίου 1956 πραγματοποιήθηκε η δίκη για την υπόθεση, στο Κακουργιοδικείο Λαμίας, που επιλέχθηκε ώστε να μην οξυνθούν περαιτέρω τα πνεύματα στον Πειραιά.

Εντούτοις, και τις δύο ημέρες που κράτησε η ακροαματική διαδικασία, πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο έξω από το δικαστικό μέγαρο και απειλούσε με λιντσάρισμα τον Γιώργο και την Αντιγόνη Βεϊζαδέ. Οι αστυνομικοί τους μετέφεραν με ιδιαίτερη προσοχή και αυξημένα μέτρα προστασίας προς και από την αίθουσα του δικαστηρίου, ενώ οι δικαστικές αρχές απέφευγαν να κοινοποιήσουν την ακριβή ώρα έλευσης των κατηγορουμένων, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν δυσάρεστα επεισόδια.

Πρώτη μάρτυρας ήταν η ίδια η Σπυριδούλα, η οποία στην κατάθεσή της εξιστόρησε τη ζωή της με το ζεύγος Βεϊζαδέ και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο την έκαψαν με το πυρακτωμένο σίδερο την 1η και 2η Αυγούστου 1955.


Η Σπυριδούλα καταθέτει στο Κακουργιοδικείο Λαμίας
(φωτοτυπία φωτογραφίας, που δημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα «Ελευθερία» στις 31/1/1956)

Ακολούθως, ο μάρτυρας κατηγορίας Ν. Ρώτας, γείτονας του ζεύγους Βεϊζαδέ, κατέθεσε ότι «την Τρίτη πριν από την αποκάλυψη του εγκλήματος, κατά τις 9 το βράδυ, ήμουνα στην αυλή του σπιτιού μου και (…) άκουσα τον ήχο ενός χαστουκιού και μετά μια αντρική φωνή να ρωτάει σε ένατονο ύφος που είναι τα λεφτά. Δεν άκουσα κλάματα παιδιού κι έτσι φαντάστηκα πως οι Βεϊζαδέ είχαν κάποιο συζυγικό καυγαδάκι».

Γιατροί και νοσοκόμες του Τζάνειου Νοσοκομείου κατέθεσαν για την κατάσταση στην οποία ήταν η Σπυριδούλα όταν έφτασε στο νοσοκομείο και περιέγραψαν τις προσπάθειες που κατέβαλαν για να σωθεί. Ο ιατροδικαστής Συλλάνταβος επικαλέστηκε την έκθεσή του σχετικά με τα εγκαύματα στο σώμα της Σπυριδούλας και επέμεινε στην άποψή του πως η Σπυριδούλα συγκρατιόταν με τη βία στο τραπέζι την ώρα που οι Βεϊζαδέ της προκαλούσαν τα εγκαύματα με το σίδερο.

Στις απολογίες τους και οι δύο επέμειναν στους αρχικούς τους ισχυρισμούς ότι επρόκειτο για ατύχημα και ο πως ο Γ. Βεϊζαδές δεν συμμετείχε στην πράξη. Η αντ. Βεϊζεδέ, μάλιστα, υποστήριξε ότι η έκταση των εγκαυμάτων στο σώμα της Σπυριδούλας οφειλόταν στο γεγονός ότι «εκύλησε στα σκαλοπάτια, μπερδεύτηκε με το σίδερο και εκάη».

Τελικώς, το δικαστήριο επέβαλε στην Αντιγόνη και τον Γιώργο Βεϊζαδέ ποινή φυλάκισης 5 και 4,5 ετών, αντιστοίχως, για «πρόκληση βαρειών σωματικών βλαβών σε βαθμό κακουργήματος», ενώ επιδίκασε και ποσό 20.000 δρχ. για τη ψυχική οδύνη της Σπυριδούλας. Οι ένορκοι αναγνώρισαν ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόθεση να οδηγήσουν την 12χρονη στην κατάσταση αυτή. Ωστόσο, η (μικρή) διαφορά της ποινής μεταξύ των δύο κατηγορουμένων οφείλεται στο γεγονός πως, σύμφωνα με την ετυμηγορία τους, ο Γ. Βεϊζαδές πριν από την τέλεση του αδικήματος είχε «βίον ηθικόν και έντιμον», ενώ μετά επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια, κάτι που δεν δέχθηκαν για τη σύζυγό του Αντιγόνη. Σημειώνεται, πως σύμφωνα με δημοσίευμα εφημερίδας του Αγρινίου, η Αντ. Βεϊζαδέ, κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε εργασθεί για τα SS, κάτι που, αν και δεν διευκρινίστηκε στη δίκη, ίσως βάρυνε στην τελική απόφαση.



Η αναγγελία των ποινών, που επιβλήθηκαν στο ζεύγος Βεϊζαδέ,
στην εφημερίδα «Ελευθερία» της 1ης Φεβρουαρίου 1956


Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αποσαφηνίστηκε, επίσης, αν πράγματι είχαν αφαιρεθεί τα 50 δολάρια από τη ντουλάπα του ζεύγους και έτσι κάποιες (μη διασταυρωμένες) πληροφορίες, που είδαν το φως της δημοσιότητας εκείνες τις ημέρες, ενίσχυσαν μια άλλη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, εκδοχή της υπόθεσης: σύμφωνα με αυτές, η Αντ. Βεϊζαδέ είχε εξομολογηθεί ότι γνώριζε πως η Σπυριδούλα δεν είχε κλέψει το χαρτονόμισμα, αλλά την έκαψε για να την… εξαγνίσει από τις αμαρτίες της! Επρόκειτο, δηλαδή, για μια ιδιότυπη μορφή σύγχρονου καθαρτηρίου…

Μετά την έκδοση της απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης των Βεϊζαδέ κατέθεσαν αίτηση αναίρεσης της απόφασης στον Άρειο Πάγο, η οποία ωστόσο δεν έγινε δεκτή.

Ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ πέθαναν μερικά χρόνια αργότερα, ενώ είναι άγνωστο τι απέγινε η κόρη τους. Η Σπυριδούλα Ράπτη παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου διατηρεί εμπορικό κατάστημα. Τα σημάδια στο σώμα της επουλώθηκαν πλήρως, αλλά μόνο η ίδια γνωρίζει αν έμειναν σημάδια στη ψυχή της!

Η ιστορία, η οποία συντάραξε τη χώρα πριν από μισό αιώνα, δεν έχει ξεχαστεί μέχρι σήμερα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ακόμα μιλούν για το «σιδέρωμα της Σπυριδούλας»…

Σημειώνεται, τέλος, ότι η υπόθεση έχει παρουσιαστεί τόσο στην εκπομπή «Πρώτη Σελίδα» (με συνέντευξη της ίδιας της Σπυριδούλας) του δημοσιογράφου και συγγραφέα Φρέντυ Γερμανού, που προβαλλόταν στην Ε.Ρ.Τ. την περίοδο 1979 – 1988, όσο και στην εκπομπή του «Αντέννα» «Ανατομία ενός εγκλήματος» (την τηλεοπτική περίοδο 1992 – 1993), με τίτλο επεισοδίου «Καθαρτήριο». Ακόμα, σύμφωνα με μία εκδοχή, από την ιστορία αυτή ο Παύλος Σιδηρόπουλος εμπνεύστηκε το όνομα του θρυλικού συγκροτήματος «Σπυριδούλα», που δημιούργησε το 1976.


ΠΗΓΕΣ
-Αρχείο εφημερίδων «Ακρόπολις», «Η Απογευματινή» και «Ελευθερία»
-Πρακτικά δίκης Γιώργου και Αντιγόνης Βεϊζαδέ, Κακουργιοδικείο Λαμίας, 30 και 31 Ιανουαρίου 1956
-Στάθη Βαλούκου: «Η ελληνική τηλεόραση (1967-1998)», εκδόσεις «Αιγόκερως» 1998

Saturday, February 03, 2007

Το "σιδέρωμα" της Σπυριδούλας I






Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ιστορία της Σπυριδούλας Ράπτη συγκλόνισε την Ελλάδα, προκάλεσε πρωτοφανές ενδιαφέρον σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και ανέδειξε ένα… λαϊκό ίνδαλμα. Η υπόθεση αυτή, μολονότι δεν αφορούσε σε κάποια στυγερή δολοφονία, παραμένει μία από τις χαρακτηριστικότερες στα ποινικά χρονικά της μετεμφυλιακής περιόδου -εμβληματική, επίσης, σχετικά με τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής, αλλά και την «ιδιοσυγκρασία» του κοινωνικού σώματος- ενώ μισό αιώνα αργότερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που εξακολουθούν να θυμούνται την περιπέτειά της…

Οι γιατροί του Τζάνειου Νοσοκομείου στον Πειραιά έμειναν άναυδοι με το θέαμα που αντιμετώπισαν στις 8 το πρωί της Πέμπτης 4 Αυγούστου 1955. Μπροστά τους στεκόταν, τυλιγμένη σε μια μπλε κουβέρτα, η 12χρονη Σπυριδούλα Ράπτη, με περίεργα σημάδια στο πρόσωπο και τρομαγμένη έκφραση στα μάτια. Η Σπυριδούλα εργαζόταν, τα τελευταία δύο χρόνια, ως υπηρέτρια στο σπίτι του ζεύγους Γιώργου και Αντιγόνης Βεϊζαδέ, στην Καλλίπολη του Πειραιά. Η Αντ. Βεϊζαδέ, μια έντονα θρησκευόμενη γυναίκα και μητέρα ενός κοριτσιού 2,5 ετών, που συνόδευε την Σπυριδούλα, εξήγησε πως η μικρή κάηκε όταν έπεσε πάνω της μια κατσαρόλα με καυτό νερό.

Οι γιατροί αφαίρεσαν την κουβέρτα και διαπίστωσαν πως πολλά σημεία του σώματός της έφεραν εκτεταμένα εγκαύματα, τα οποία είχαν «ζωή» τουλάχιστον δύο ημερών και υπήρχε κίνδυνος να μολυνθούν. Επιπλέον, η Σπυριδούλα παρουσίαζε υψηλό πυρετό και είχε έντονους πόνους. Αμέσως, την τοποθέτησαν γυμνή σε ειδικό κρεβάτι με ξύλινο σκελετό σκεπασμένο με κουβέρτες, καθώς τα σεντόνια κολλούσαν στις πληγές της, ενώ παράλληλα της παρείχαν διαρκώς ορούς. Η Αντ. Βεϊζαδέ ρώτησε τους γιατρούς αν θα μπορούσε να μείνει κοντά στην 12χρονη και τις δύο επόμενες ημέρες την επισκεπτόταν τακτικά στο δωμάτιό της, φέρνοντας φαγητά, φρούτα και φάρμακα.

Το βράδυ της Παρασκευής, όταν η κατάσταση της Σπυριδούλας είχε βελτιωθεί και η ίδια ήταν σε θέση να μιλήσει, η νοσοκόμος Φ. Λέκκα ζήτησε το ιστορικό της. Η Σπυριδούλα, αρχικώς, επανέλαβε την ιστορία με το καυτό νερό αλλά λίγο αργότερα, απαλλαγμένη και από το φόβο της παρουσίας της Αντ. Βεϊζαδέ, αποκάλυψε την αλήθεια, που γέμισε φρίκη τόσο την Φ. Λέκκα, όσο και τους γιατρούς οι οποίοι ενημερώθηκαν αμέσως μετά.

Με το σίδερο…

Ο Γ. Βεϊζαδές, συνιδιοκτήτης του νυκτερινού κέντρου (καμπαρέ) «Τζων Μπουλ» στην περιοχή της Τρούμπας του Πειραιά, συναλλασσόταν τακτικά με αξιωματικούς και ναύτες από τα αμερικανικά πλοία που, κατά καιρούς, προσόρμιζαν στο Φάληρο και το λιμάνι της πόλης, οι οποίοι σύχναζαν το μαγαζί του. Το βράδυ της 31ης Ιουλίου, διαπίστωσε πως έλειπε από την ντουλάπα του σπιτιού ένα χαρτονόμισμα των 50 δολαρίων, σημαντικό ποσό εκείνη την εποχή.

Υπέθεσε πως υπεύθυνη για την απώλεια αυτή ήταν η Σπυριδούλα. Αυτή το αρνήθηκε, αλλά οι Βεϊζαδέ επέμειναν και μάλιστα άρχισαν να την κτυπούν με τα χέρια και ένα ξύλινο αντικείμενο.

Το επόμενο πρωί, επανήλθαν στις απαιτήσεις τους, αλλά η Σπυριδούλα απαντούσε σταθερά πως δεν είχε ιδέα. Τότε, ο Γ. Βεϊζαδές την απείλησε πως αν δεν ομολογήσει με τη θέλησή της «έχει ένα μέσο που θα την κάνει να μιλήσει». Το βλέμμα της Σπυριδούλας έπεσε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, το οποίο αν και δεν ήταν στρωμένο για σιδέρωμα, εντούτοις το ηλεκτρικό σίδερο ήταν στην πρίζα και ζεσταινόταν.



Ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ

Μαζί με τη σύζυγό του την έγδυσαν και με τη βία την έδεσαν ανάσκελα, πάνω στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Η Αντ. Βεϊζαδέ την κράτησε από τους ώμους, ενώ ο άντρας της πήρε το πυρακτωμένο σίδερο και το ακούμπησε στα γυμνά πόδια της Σπυριδούλας. Αυτή ούρλιαξε από τον πόνο και η Αντ. Βεϊζαδέ, για να μην ακούγεται, της έβαλε ένα πανί στο στόμα. Ο Γ. Βεϊζαδές ζήτησε ξανά να του αποκαλύψει πού είχε κρύψει τα χρήματα, αλλά η Σπυριδούλα προσπαθούσε να τους πείσει πως δεν ήξερε για τί πράγμα της μιλούσαν.

Κατόπιν, της έκαψαν τα χέρια, ενώ ο Γ. Βεϊζαδές επαναλάμβανε πως θα την έκαιγαν ολόκληρη αν δεν τους έλεγε το σημείο όπου βρίσκονταν τα λεφτά. Επί 36 ώρες, ο Γ. Βεϊζαδές με τη βοήθεια της γυναίκας του, έκαιγε διαδοχικά με το καυτό σίδερο, το σώμα και την πλάτη της Σπυριδούλας. Όταν η Σπυριδούλα λιποθυμούσε από τους πόνους, η κακοποίηση σταματούσε, αλλά μόλις η μικρή συνερχόταν, άρχιζε ξανά. Το βράδυ της Τρίτης, η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Το ζεύγος Βεϊζαδέ σταμάτησε και κλείδωσε την Σπυριδούλα στο δωμάτιό της, χωρίς να της δώσει όλο αυτό το διάστημα φαΐ και νερό.

Η Σπυριδούλα έμεινε σ’ αυτή την κατάσταση όλη την Τετάρτη. Τα εγκαύματά της ήταν τρομερά και η ίδια σφάδαζε από τους πόνους. Το ζεύγος Βεϊζαδέ φοβήθηκε πως υπήρχε κίνδυνος να πεθάνει στο σπίτι και έτσι, το πρωί της Πέμπτης, την μετέφεραν στο νοσοκομείο, «εφευρίσκοντας» την εκδοχή του καυτού νερού. Επιπλέον, την απείλησαν να μην μιλήσει γιατί «θα την έκαιγαν με βενζίνη». Σημειώνεται πως, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής «από ημερών κατά τις μεσημβρινές ώρες ακούγονταν από ένα σπίτι στο τέρμα της οδού Αλικαρνασσού πνιγμένα ουρλιάσματα πόνου. Ήταν οι σπαρακτικές φωνές ενός παιδιού. Μετά ακούγονταν ένα κλάμα και στη συνέχεια και πάλι υπόκωφες σπαρακτικές κραυγές. Οι περίοικοι, όπως ήταν φυσικό, άρχισαν να ανησυχούν και να αναρωτιούνται τι συνέβαινε μέσα σ’ αυτό το σπίτι (…). Ωστόσο, κανείς από τους γείτονες δεν σκέφτηκε κάτι κακό, γιατί τόσο η σύζυγος του Βεϊζαδέ όσο και ο ίδιος δεν έδειχναν καμία ανησυχία και νευρικότητα. (…)» (εφημερίδα «Ακρόπολις» - Κυριακή 7 Αυγούστου 1955). Εξάλλου, ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ «στη γειτονιά έδιναν την εντύπωση ενός αρμονικού ζευγαριού, που ήταν αφοσιωμένο στην ανατροφή του μικρού κοριτσιού του. Το έπαιρναν διαρκώς μαζί, συνεχώς έβγαιναν και διασκέδαζαν και ο Βεϊζαδές έδειχνε ότι λάτρευε τη σύζυγό του» (εφημερίδα «Η Απογευματινή» - Πέμπτη 11 Αυγούστου 1955).



Η Σπυριδούλα με εμφανή τα σημάδια από τα εγκαύματα που της προκάλεσαν οι Βεϊζαδέ

Μόλις οι γιατροί πληροφορήθηκαν όσα είχε αποκαλύψει η Σπυριδούλα ειδοποίησαν, με απόλυτη μυστικότητα, την αστυνομία. Στο νοσοκομείο στάλθηκε ένας αστυνομικός, με πολιτική περιβολή, ο οποίος την επόμενη ημέρα συνέλαβε την Αντ. Βεϊζαδέ, όταν αυτή έφτασε στο νοσοκομείο, φέρνοντας φαγητό για την Σπυριδούλα. Αρχικώς, επέμεινε στην εκδοχή του καυτού νερού, αλλά αργότερα ομολόγησε την πράξη της, υποστηρίζοντας ωστόσο πως επρόκειτο για ατύχημα. Επιπλέον, προσπάθησε να απαλλάξει τον άντρα της από τις κατηγορίες, λέγοντας πως την ώρα του περιστατικού έλειπε από το σπίτι. «Ήμουν μόνη στο σπίτι και ενώ σιδέρωνα το απόγευμα της Τετάρτης μπήκε στο δωμάτιο η Σπυριδούλα» υποστήριξε ενώπιον του ανακριτή. «Μόλις την είδα εκνευρίστηκα γιατί επί μέρες με παίδευε για να μου υποδείξη το σημείο που είχε κρύψει το χαρτονόμισμα. (…) Μέσα στον εκνευρισμό μου την έπιασα από το χέρι, την τράβηξα κοντά μου, σήκωσα το ηλεκτρικό σίδερο πάνω της και τη φοβέρισα. Της είπα να μου πει που είχε το χαρτονόμισμα γιατί θα την έκαιγα. Αυτή έβαλε τα κλάματα και τις φωνές και χύθηκε πάνω μου για να μου πάρει το σίδερο (…). Ακολούθησε πάλη και σε μια στιγμή, η μικρή έπεσε κάτω και πάνω της το σίδερο. Έτσι έγιναν τα εγκαύματα που έχει στο κορμί της. Εγώ δεν της ακούμπησα το σίδερο. Και εγώ και ο άνδρας μου πάντοτε την κοιτάζαμε. Δεν της έλειπε τίποτα και φροντίζαμε να μην την κουράζουμε με πολλές δουλειές. (…) Η Σπυριδούλα είναι ένα πονηρό και ευφάνταστο κορίτσι. Όλα αυτά που λέει είναι ψέματα, φανταστικά».

Από την πλευρά του, και ο Γ. Βεϊζαδές ισχυρίστηκε ότι ήταν εντελώς αμέτοχος στον βασανισμό της Σπυριδούλας. Στον ανακριτή δήλωσε πως «όταν έγινε το κακό, δεν ήμουνα σπίτι. Όταν γύρισα έμαθα από τη γυναίκα μου τα συμβάντα. Φαίνεται ότι η γυναίκα μου είχε εκνευρισθεί διότι η μικρή την κορόιδευε επί μέρες και ενώ ομολόγησε ότι αυτή είχε κλέψει το χαρτονόμισμα των 50 δολαρίων, δεν της υπεδείκνυε το μέρος που το είχε κρύψει. Μόλις είδα σε τι κατάσταση βρισκόταν η μικρή, έσπευσα να την μεταφέρω στο νοσοκομείο. Αν είχα κάνει κακό, θα την πήγαινα σε κλινική ή θα την νοσήλευα στο σπίτι;» (και οι δύο απολογίες, που δόθηκαν το πρωί της Τρίτης 9 Αυγούστου, δημοσιεύτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες την επόμενη ημέρα).




Ο Γιώργος Βεϊζαδές (αριστερά) και η σύζυγός του Αντιγόνη προσάγονται
στον ανακριτή για να απολογηθούν για τις πράξεις τους


Ωστόσο, ο ιατροδικαστής Συλλάνταβος, ο οποίος εξέτασε τα τραύματα, διέψευσε τους ισχυρισμούς του ζεύγους Βεϊζαδέ. Σε δηλώσεις τους προς τους δημοσιογράφους το απόγευμα της 9ης Αυγούστου ανέφερε ότι η Σπυριδούλα έφερε εγκαύματα 1ου, 2ου και 3ου βαθμού στο πρόσωπο, τον τράχηλο, το θώρακα, την κοιλιά και τα άνω και κάτω άκρα, καθώς και εκχυμώσεις στο μέτωπο, τα βλέφαρα, τους μηρούς και τις κνήμες, ενώ στην έκθεση που συνέταξε τις επόμενες μέρες και υπέβαλε στην εισαγγελία Πειραιά κατέληγε χαρακτηριστικά: «Τα εγκαύματα έχουν επάλληλον διάταξιν κλιμακοειδούς τύπου και καλύπτουν το 60-65% της επιφανείας του σώματός της. Ίνα προξενηθούν τα εγκαύματα τούτα, το θύμα καθηλώθη υπό δύο αλληλοβοηθουμένων προσώπων».

Ο Γιώργος και η Αντιγόνη Βεϊζαδέ παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της πρόκλησης «βαριών σωματικών βλαβών» και προφυλακίστηκαν στις φυλακές των Βούρλων και Αβέρωφ, αντιστοίχως. Επισημαίνεται πως, περίπου, ένα μήνα νωρίτερα -στις 17 Ιουλίου- από τις φυλακές των Βούρλων είχαν αποδράσει 27 στελέχη του, παράνομου τότε, Κ.Κ.Ε., απόδραση η οποία έκτοτε θεωρείται η θρυλικότερη στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.




Η ιστορία της Σπυριδούλας
Το Σάββατο 6 Αυγούστου, η Σπυριδούλα είχε μια ολιγόλεπτη συνομιλία με τους δημοσιογράφους, στους οποίους μεταξύ άλλων είπε: «Είμαι από την Ματαράγκα του Αγρινίου. Οι γονείς μου έχουν ακόμα άλλα επτά παιδιά. Ήρθε η Αντιγόνη Βεϊζαδέ στην Ματαράγκα και ζητούσε να πάρει ένα μικρό κοριτσάκι για να προσέχει το μωρό της και να την βοηθάει λίγο στο σπίτι. Δήλωνε ότι το κοριτσάκι που θα την ακολουθήσει θα κάνει την τύχη του και δεν θα το ξεχωρίζει από το δικό της παιδί. Οι γονείς μου είναι φτωχοί άνθρωποι και έτσι ξεγελάσθηκαν και με έδωσαν. Έμεινα μαζί τους δύο χρόνια. Φρόντιζα το παιδί, καθάριζα, σφουγγάριζα, έπλενα, κουβάλαγα τα ψώνια του σπιτιού (…). Έκανα υπομονή και δε μιλούσα. Το αφεντικό μου, ο Γιώργος Βεϊζαδές δούλευε σε μπαρ. Περνούσαν καλά στο σπίτι. (…)» (εφημερίδα «Ακρόπολις» - Κυριακή 7 Αυγούστου 1955).



Η Σπυριδούλα και (δεξιά) η μητέρα της

Τις επόμενες ημέρες, έφτασαν στον Πειραιά οι συντετριμμένοι γονείς της Σπυριδούλας, καθώς και μερικά από τα αδέλφια της για να της συμπαρασταθούν. Το Σάββατο 13 Αυγούστου, ο πατέρας της Κώστας, θα μιλήσει στους δημοσιογράφους για τη γνωριμία της οικογένειας Ράπτη με το ζεύγος Βεϊζαδέ και θα δώσει την εκδοχή του για τα γεγονότα που μεσολάβησαν ως τον Αύγουστο του 1955:

«(…) Τους Βεϊζαδέ τους ξέραμε. Είχαν μείνει σε φιλικά σπίτια (σ.σ.: στο χωριό Ματαράγκα). Έπειτα, μου μίλησαν και οι δύο πάρα πολύ. Μου υποσχέθηκαν ότι θα ευτυχήσει το παιδί μου. Εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι, εγώ συνταξιούχος χωροφύλακας. Με ξεγέλασαν. Μου είπαν ότι και οι δύο είναι τραπεζικοί υπάλληλοι και ότι κοντά στο δικό τους παιδί θα έχουν και το δικό μας, σαν πιο μεγάλη αδελφούλα του. Μάλιστα, εκείνη μας έδωσε και 80 δρχ. για τα έξοδα του παιδιού. Μου είπαν ότι, αν έρθω στον Πειραιά, δεν θα το γνωρίσω…

»Όταν έφυγε η Σπυριδούλα, είχαμε τακτική αλληλογραφία. Μου γράφανε και οι δυο τους πως το παιδί είναι μια χαρά. Μα έπρεπε, λίγο, να το αφήσουμε μόνο του για να συνηθίσει στα ξένα χέρια. Έκανα ένα χρόνο να το δω. Πήγα, τέλος, και κτύπησα την πόρτα τους. Άνοιξε το μικρό και πήδηξε με λαχτάρα στην αγκαλιά μου. Το είδα αδύνατο και χλωμό, αλλά η Βεϊζαδέ μου είπε πως φταίει η αλλαγή του κλίματος και ότι αγωνίζονται να το ταΐσουν αλλά αυτό δεν τρώει όσο ένα παιδί. Καμιά κακή σκέψη δεν πέρασε από το μυαλό μου…

»Αυτή η ίδια σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι των Βεϊζαδέ. Ποτέ δεν με άφηναν να δω μόνο του το παιδί. Κάθε φορά το έβλεπα πιο κουρασμένο, πιο αδύνατο.






Η Σπυριδούλα στο Τζάνειο Νοσοκομείο, με τον πατέρα
της (αριστερά) και ένα από τα αδέλφια της (δεξιά)

»Πριν από τρεις μήνες, ήρθα πάλι και το είδα σπίτι τους. Μου έδωσαν 80 δρχ., ένα παλιό πουκάμισο και ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια. Ήταν μεσημέρι και με κάλεσαν να φάω μαζί τους. Φώναξαν και την Σπυριδούλα. Έτρωγε με βουλιμία. Δεν προλάβαιναν να της γεμίζουν το πιάτο με φαΐ και αυτή το εξαφάνιζε. Η Βεϊζαδέ μου είπε πως τον τελευταίο καιρό της είχε ανοίξει η όρεξη. Ωστόσο, όπως μου είπε σήμερα το παιδί, αυτή ήταν η μοναδική φορά που έφαγε όσο ήθελε. Τις άλλες φορές σηκωνόταν από το τραπέζι πεινασμένη, αφού πρώτα έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού» (αθηναϊκές εφημερίδες – Κυριακή 14 Αυγούστου 1955).






Συνεχίζεται

Thursday, December 14, 2006

Το μέντιουμ "είδε" το δολοφόνο (II)


Ο δολοφόνος συλλαμβάνεται
Τα στοιχεία που δημοσιεύονται στην εφημερίδα, κινητοποιούν τους αστυνομικούς, που δεν αργούν να φτάσουν στο δολοφόνο. Εξακριβώνεται πως το υπ’ αριθμόν V 421496 πιστόλι του φόνου προερχόταν από στρατόπεδο του 25ου Συντάγματος Πεζικού, το οποίο έδρευε στην Αγ. Παρασκευή Αττικής. Αστυνομικοί ερευνούν τα μητρώα του στρατοπέδου και παίρνουν καταθέσεις από αξιωματικούς και στρατιώτες. Όμως, σύμφωνα με το αρχείο του διαχειριστή του στρατοπέδου, το επίμαχο όπλο βρίσκεται στην θέση του! Επικρατεί σύγχυση. Η Σήμανση εξετάζει όλα τα πιστόλια «Σμιθ & Γουένσον» που είναι «χρεωμένα» στο οπλοστάσιο του Συντάγματος. Από την αναλυτική εξέταση προκύπτει ότι στο οπλοστάσιο υπάρχει πράγματι ένα πιστόλι με τον αριθμό 421496, στο οποίο ωστόσο είναι χαραγμένο το ελληνικό γράμμα «Λ», αντί του λατινικού «V». Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο έφεδρος διαχειριστής ομολογεί πως πράγματι το όπλο είχε κλαπεί πριν από μερικούς μήνες και προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες είχε αγοράσει ο ίδιος ένα ίδιου τύπου όπλο και είχε χαράξει πάνω τον σειριακό αριθμό. Μόνο, που ο οπλουργός είχε κάνει ένα μικρό λάθος, το οποίο, εντούτοις, αποτελεί την πρώτη χειροπιαστή απόδειξη της αστυνομίας, που προσανατολίζεται πλέον προς την κατεύθυνση ο δράστης να είναι στρατιώτης ή να έχει απολυθεί πρόσφατα.

Αμέσως μετά, άνδρες της αστυνομίας και της χωροφυλακής παίρνουν καταθέσεις από ανθρώπους, που συχνάζουν στο Μικρό Καβούρι ως ηδονοβλεψίες. Αυτοί αναφέρονται σ’ έναν άγνωστο άντρα, που το τελευταίο διάστημα περιφερόταν στο Μικρό Καβούρι, είχε πρόσφατα απολυθεί από το 25ο Σύνταγμα Πεζικού και είχε τα χαρακτηριστικά τα οποία είχε περιγράψει η Ελ. Κικίδου, με πιο σημαντικό την ουλή στο λαιμό. Από τη διασταύρωση των στοιχείων, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο πιθανότερος ύποπτος είναι ο 25χρονος Μιχάλης Στεφανόπουλος, ο οποίος είχε απολυθεί προ διμήνου από το εν λόγω στρατόπεδο και έχει μια έντονη ουλή στο δεξιό μέρος του λαιμού, από παλιότερη οδοντιατρική εγχείριση.

Τα ξημερώματα της 2ας Σεπτεμβρίου, τον συλλαμβάνουν στο σπίτι του επί της οδού Νικηφόρου Oυρανού 17, στην περιοχή του λόφου Λυκαβηττού. Τον μεταφέρουν στα γραφεία της Ανώτερης Διοίκησης Χωροφυλακής και τον ανακρίνουν. Αυτός αρχικά αρνείται κάθε σχέση με το έγκλημα, αλλά τα στοιχεία σε βάρος του είναι συντριπτικά, με κυριότερο πως στο όπλο του εγκλήματος βρέθηκαν τα αποτυπώματά του.


Ο Μιχάλης Στεφανόπουλος

Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο Μιχ. Στεφανόπουλος «σπάει» και ομολογεί πως είναι ο δράστης της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του Θ. Δέγλερη και της Σ. Μαναβάκη. Καθώς η ανάκριση και οι έρευνες για το παρελθόν του προχωρούν, γίνεται γνωστό πως ήταν ηδονοβλεψίας και, από την εποχή της εφηβείας του, συνήθιζε να παρακολουθεί τις ερωτικές διαχύσεις ζευγαριών σε άλση και πάρκα της Αθήνας, αλλά και σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες. Υποστηρίζει πως πυροβόλησε το θύμα, επειδή προηγουμένως είχε διαπληκτιστεί μαζί του, αλλά η Σ. Μαναβάκη τον διαψεύδει. Αργότερα, θα πει: «Δεν είμαι εγώ ο δολοφόνος. Δεν σκότωσα εγώ. Δεν θυμούμαι να σκότωσα. Το πάθος μου με τύφλωσε! Τους έβλεπα εκεί μπροστά μου να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται. Να την έχει κοντά του, πολύ κοντά του, κι εγώ έβλεπα, μόνο έβλεπα μέσα στο σκοτάδι κι άκουγα τους ψιθύρους και τους στεναγμούς τους. Εγώ ήμουν καταδικασμένος μόνο να βλέπω… Δεν θυμάμαι πως μου ήρθε να τραβήξω το πιστόλι και να ρίξω μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές… Κι έπειτα ήρθε η χαρά. Η κοπέλα ήταν πια ανυπεράσπιστη. Έτρεξα να την βοηθήσω. Ήταν δικιά μου πια η κοπέλα. Ο φίλος της ξεψυχούσε. Ήταν δικιά μου, με καταλαβαίνεις; Και την αγκάλιασα και την έσυρα κοντά μου κι εκείνη νόμισε ότι ήθελα να την βοηθήσω κι εγώ την έπιανα… Έπειτα, όλα τελείωσαν. Είχα συνέλθει… Με κυρίευσε ο φόβος της τιμωρίας κι έφυγα…» (δηλώσεις του Μιχ. Στεφανόπουλου προς τους δημοσιογράφους στις 2/9/1953).

Η είδηση της σύλληψης του Μιχ. Στεφανόπουλου, στα πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ
των εφημερίδων «Ελευθερία» και «Εμπρός», στις 3 Σεπτεμβρίου 1953

Ο συνήγορος υπεράσπισης του Μιχ. Στεφανόπουλου, Δημήτρης Πουλέας θα πει σχεδόν μισό αιώνα αργότερα πως «το έγκλημά του είχε παρορμητικό χαρακτήρα, χωρίς κίνητρο και σκοπό, ενώ ο δράστης είχε και μειωμένο καταλογισμό» και θα συμπληρώσει ότι ο Μιχ. Στεφανόπουλος «δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί έκανε το έγκλημά του και πιστεύω πως ήταν ειλικρινής». Επιχειρώντας να σκιαγραφήσει την προσωπικότητά του θα τονίσει πως «ήταν ένα ήσυχο παιδί, από μια λαϊκή οικογένεια. Μάλιστα, στη γειτονιά του προεβάλετο ως υπόδειγμα προς μίμηση. (…) Είχε μια πάθηση που ονομάζεται υποσπονδείαση, δηλαδή είχε την ουρήθρα στην ρίζα του πέους, που τον ανάγκαζε να ουρεί καθιστός. Αυτό του είχε δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα, κυρίως σεξουαλικού χαρακτήρα. Πιστεύω ότι δεν είχε σεξουαλική ζωή κι αυτό του είχε προκαλέσει αρνητική προδιάθεση. Από καιρού, είχε αναπτύξει έντονη τη ροπή του ηδονοβλεψία, αλλά ταυτόχρονα είχε και μια δειλία, κάτι που δικαιολογούσε και την οπλοφορία: είχε το όπλο μαζί του για να αισθάνεται πιο δυνατός, σε περίπτωση που κάποιος του επιτίθετο. (…) Κατά την κρίση μου ήταν ένα ψυχοπαθητικό άτομο, αλλά όχι ψυχασθενής. (…) Οι γονείς του και τα αδέλφια του αισθάνθηκαν μεγάλη έκπληξη και οδύνη από το γεγονός, όπως είναι φυσικό. Μέχρι τη στιγμή της σύλληψης, δεν είχαν ιδέα για το τι συνέβαινε».

Ο Μιχ. Στεφανόπουλος οδηγείται στο σημείο της δολοφονίας
του Θ. Δέγλερη, στο Μικρό Καβούρι, για την αναπαράσταση

Λίγες μέρες μετά, θα εξακριβωθεί πως ο Μιχ. Στεφανόπουλος ήταν ο δράστης και της επίθεσης εναντίον του ζεύγους Μιχ. Καλλίτση και Ελ. Καπρή. Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Βραδυνή» (5/9/1953) «ο Στεφανόπουλος υποβληθείς εις εξονυχιστικήν ανάκρισιν ηναγκάσθη να ομολογήση χθες την πρωίαν την δολοφονικήν απόπειραν κατά του ζεύγους Καλλίτση – Καπρή, αφηγήθη (…) ότι όταν αντελήφθη στην Βουλιαγμένη ξαπλωμένους τον Καλίτση και την φίλην του, έρριψε την χειροβομβίδα του. Τα θύματά του ετρομοκρατήθησαν τότε και το έβαλαν στα πόδια. Τότε αυτός ήρπασε τα παπούτσια του Καλίτση και έφυγε. (…) Απεκαλύφθη ότι η χειροβομβίς, την οποία εχρησιμοποίησεν ο κακούργος (…) πρόκειται περί ενός αυτοσχεδίου εκρηκτικού μηχανισμού, τον οποίον επενόησε ο ίδιος. Εννοείται ότι αυτή η ψευτοχειροβομβίς ήτο αρκετά επικίνδυνος (…). Αυτό άλλως τε απεδείχθη από την απόπειραν (…) κατά την οποία ετραυματίσθη σοβαρώτατα η Ελισάβετ Καπρή, που εδέχθη τρία θραύσματα εις τον λαιμόν και επάλαισεν ένα μήνα με τον θάνατον. (…)»

Αντιθέτως, δεν προκύπτει κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο σχετικά με το θάνατο του Φ. Προβελέγγιου.

Η δίκη και η εκτέλεση
Η δίκη για την υπόθεση πραγματοποιήθηκε στο Κακουργιοδικείο Αθηνών από τις 2-10 Μαρτίου 1954. Το κατηγορητήριο περιλάμβανε τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Θ. Δέγλερη, της απόπειρας ανθρωποκτονίας εναντίον της Σ. Μαναβάκη, του Μιχ. Καλλίτση και της Ελ. Καπρή, όπως επίσης την παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και κατοχή όπλου και κλοπές.

Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας ήταν τα τρία θύματα του Μιχ. Στεφανόπουλου, τα οποία εξιστόρησαν τις συνθήκες υπό τις οποίες δέχτηκαν την επίθεση του δράστη. Ακόμα, κατέθεσαν μάρτυρες, που βρίσκονταν το βράδυ της 5ης Αυγούστου στο Μικρό Καβούρι και αντιλήφθηκαν το περιστατικό, καταστηματάρχες της περιοχής, οι οποίοι μάλιστα διαμαρτυρήθηκαν διότι μετά τα γεγονότα και τη δημοσιότητα που πήραν, είχαν χάσει όλη την πελατεία τους, καθώς και οι αξιωματικοί που είχαν αναλάβει τις έρευνες και την προανάκριση. Σύμφωνα με τους τελευταίους, ο δράστης ήταν «κοινός εγκληματίας» και η πράξη του «ιδιαζόντως ειδεχθής», ενώ «αντικειμενικός του σκοπός ήτο η διάπραξις ληστειών δια φόνων» (εφημερίδα «Η Καθημερινή» - 5/3/1954).

Δύο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του Μιχ. Στεφανόπουλου, κατά τη διάρκεια
της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθήνας

Ο ψυχίατρος Κων. Μιταυτσής, που είχε εξετάσει τον Μιχ. Στεφανόπουλο επί ένα 20ήμερο κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος «1) δεν κατείχετο κατά την διάπραξιν των αδικημάτων υπό νοσηράς διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών (…), 2) δεν κατείχετο υπό διαταράξεως της συνειδήσεως ώστε να στερήται της ικανότητος όπως αντιληφθή το άδικον των πράξεών του και να ενεργήση συμφώνως περί την αντίληψίν του (…), 3) αποδεικνύεται (…) άτομον ψυχασθενικόν με σεξουαλικήν μειονεξίαν» αλλά «είναι πλήρως καταλογιστός και έχει ακεραίαν ποινικήν ευθύνην».

Ο ίδιος ο Μιχ. Στεφανόπουλος, απολογούμενος, μίλησε για τα παιδικά του χρόνια και «τους άθλιους όρους υπό τους οποίους έζη η οικογένειά του», ενώ τόνισε πως «οι γονείς του δεν του έδωσαν την κατάλληλον αγωγήν, διότι διαρκώς διεπληκτίζοντο και κατόπιν εχώρισαν». Κατόπιν, περιέγραψε τις επιθέσεις του, ενώ για τη δολοφονία του Θ. Δέγλερη δήλωσε πως, εκείνη τη στιγμή, αγνοούσε ότι ήταν νεκρός. Ο εισαγγελέας, στην αγόρευσή του, ζήτησε την επιβολή της θανατικής ποινής για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, χωρίς κανέναν ελαφρυντικό, ενώ οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν πως ο πελάτης τους «είναι ψυχασθενικόν άτομον» και επομένως «δεν έχει συναίσθησιν του μεγέθους της πράξεώς του», ενώ παράλληλα ότι η στάση των θυμάτων «ήτο τοιαύτη, ώστε να διεγείρη τον κατηγορούμενον».

Οι ένορκοι δεν πείσθηκαν από τα επιχειρήματα της υπεράσπισης και λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 10ης Μαρτίου ανακοίνωσαν την απόφασή τους, σύμφωνα με την οποία ο Μιχ. Στεφανόπουλος ήταν ένοχος, άνευ οποιουδήποτε ελαφρυντικού. Λίγα λεπτά αργότερα, το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του, με την οποία καταδίκαζε τον κατηγορούμενο στην ποινή του θανάτου για τη δολοφονία του Θ. Δέγλερη και επέβαλε κάθειρξη 24 ετών για την απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά των Σ. Μαναβάκη, Μιχ. Καλλίτση και Ελ. Καπρή, τις κλοπές και την οπλοκατοχή και οπλοχρησία.

Αστυφύλακες περνούν τις χειροπέδες στον
Μιχ. Στεφανόπουλο, μετά την ανακοίνωση της ποινής


«Κατά τη διάρκεια της δίκης υπήρχε παροξυσμός ενδιαφέροντος από την κοινή γνώμη» αφηγείται ο ένας εκ των συνηγόρων Δ. Πουλέας «κάτι που είχε προκαλέσει ο Τύπος, όσο και το γεγονός πως ο δράστης είχε αργήσει να συλληφθεί κι αυτό είχε δημιουργήσει ένα τεράστιο ενδιαφέρον στον κόσμο. Πιστεύω πως, σε μεγάλο βαθμό, η απόφαση των ενόρκων και του δικαστηρίου επηρεάστηκε από αυτό το κλίμα. Ο Στεφανόπουλος αντιμετώπισε ψύχραιμα την απόφαση, ενώ ήταν ψύχραιμος και εν όψει της εκτέλεσής του. Θυμάμαι πως μου είχε στείλει κάποια στιγμή και μία χειροτεχνία που είχε φτιάξει στη φυλακή».

Ακριβώς πέντε μήνες αργότερα, στις 10 Αυγούστου «εις την θέσιν ‘’Τούρλος’’ της Αιγίνης εξετελέσθησαν ο Μιχαήλ Στεφανόπουλος, γνωστός ως ‘’Δράκος της Βουλιαγμένης’’ και δύο έτεροι θανατοποινίται, οι οποίοι είχον καταδικασθή δι εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου. (…) Κατά την ώραν της εκτελέσεως ο Στεφανόπουλος εζήτησε να του δέσουν τους οφθαλμούς και να του λύσουν τα χείρας (…)» (εφημερίδα «Η Απογευματινή» - 10/8/1954).

Eφημερίδα «Ακρόπολις» - 10 Αυγούστου 1954

Σαράντα έξι χρόνια αργότερα, η Ελ. Κικίδου, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στη διαλεύκανση της υπόθεσης, θα σχολιάσει σχετικά: «Η εκτέλεση του Στεφανόπουλου με στεναχώρησε, με πείραξε ψυχολογικά. (…) Δεν θέλω να γίνομαι πρόξενος κακού σε κανένα. Ας το βρει από κάπου αλλού, όχι από μένα». Πράγματι, από το 1960 έπαψε να ασχολείται με υποθέσεις εγκλημάτων, γιατί όπως έχει πει η ίδια «αυτή είναι δουλειά της αστυνομίας και μόνο, άλλωστε πολλές φορές απειλήθηκε και η ίδια μου η ζωή».





ΠΗΓΕΣ
-Αρχείο εφημερίδων «Η ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και «ΕΜΠΡΟΣ»
-περιοδικό «ΑΛΦΑ» - Δεκέμβριος 1967
-περιοδικό «Επιθεώρησις Χωροφυλακής», τεύχος 4, Απρίλιος 1970
-περιοδικό «ΚΛΙΚ» - τεύχος 5, Αύγουστος 1987
-περιοδικό «AFTER CRIME» - τεύχος 1, Φεβρουάριος 2000
-Συνεντεύξεις του γράφοντα με τους Δ. Πουλέα (στις 31/10/2000) και Ελ. Κικίδου (στις 3/11/2000)

Monday, December 11, 2006

Το μέντιουμ "είδε" το δολοφόνο (I)


Σε τρεις περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, η ελληνική αστυνομία αξιοποίησε τις γνώσεις και τις ικανότητες ενός μέντιουμ ώστε να φτάσει στην εξιχνίαση εγκληματικών υποθέσεων. Η πιο γνωστή, έως σήμερα, περίπτωση αφορά στην υπόθεση του «Δράκου της Βουλιαγμένης», που το καλοκαίρι του 1953 συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Στον εντοπισμό του δράστη και την πλήρη διαλεύκανσή της, βοήθησαν καθοριστικά οι ικανότητες της Ελένης Κικίδου, ενός από τα γνωστότερα μέντιουμ εκείνη την εποχή.

Επίθεση στο Μικρό Καβούρι
Τετάρτη 5 Αυγούστου 1953. Περιοχή Μικρού Καβουριού Βουλιαγμένης. Ώρα 9 το βράδυ. Αυτή τη ζεστή καλοκαιρινή νύχτα, δεκάδες διασκορπισμένα ζευγάρια απολαμβάνουν τη θάλασσα και το ειδυλλιακό τοπίο. Μικρές βάρκες πηγαινοέρχονται στην απέναντι πλευρά του Λαιμού Βουλιαγμένης, ενώ τα κοντινά παραθαλάσσια κέντρα σφύζουν από κόσμο.

Ξαφνικά, τέσσερις πυροβολισμοί διασπούν την ησυχία και τους … χαμηλότονους ερωτικούς ψιθύρους. Η μία σφαίρα προκαλεί διαμπερές τραύμα στον κρόταφο του 35χρονου ιδιωτικού υπαλλήλου Θόδωρου Δέγλερη και τον σκοτώνει ακαριαία. Άλλες δύο τραυματίζουν στην κοιλιακή χώρα και ελαφρά στο κεφάλι την 24ρονη φίλη του Σοφία Μαναβάκη και μία αστοχεί. Η Σ. Μαναβάκη αιμορραγεί δίπλα στο νεκρό φίλο της και καλεί σε βοήθεια. Από παντού ακούγονται φωνές αγωνίας και τα άλλα ζευγάρια απομακρύνονται από την περιοχή. Λίγα λεπτά αργότερα, ένα νέος άντρας εμφανίζεται από το σκοτάδι και πλησιάζει την Σ. Μαναβάκη.
«Θέλετε να σας βοηθήσω;» ρωτάει.
«Δείτε αν ζει ο αγαπημένος μου» απαντά εκείνη, γεμάτη αγωνία.
Ο νεαρός άντρας σκύβει πάνω από τον Θ. Δέγλερη και ακουμπά το αυτί στο στήθος του. Αμέσως μετά, με γρήγορες κινήσεις αφαιρεί το ρολόι του θύματος και ύστερα στρέφεται προς την Σ. Μαναβάκη, η οποία, καθώς είναι τραυματισμένη, δεν μπορεί να μετακινηθεί.
«Ζει» της λέει καθησυχαστικά. «Η καρδιά του κτυπάει».
Γύρω, ακούγονται φωνές. Πολίτες και αστυνομικοί, που έχουν ειδοποιηθεί, πλησιάζουν στο σημείο. Ο άγνωστος κοιτάζει γύρω ανήσυχα, ύστερα αρπάζει την τσάντα της γυναίκας και εξαφανίζεται. Χωρίς να το γνωρίζει, η Σ. Μαναβάκη έχει δει και συνομιλήσει με το δολοφόνο!

Αριστερά, ο Θ. Δέγλερης και δεξιά, η Σ. Μαναβάκη

Η Σ. Μαναβάκη μεταφέρεται στο νοσοκομείο, όπου διαφεύγει τον κίνδυνο, αλλά δεν μπορεί να δώσει ακριβή περιγραφή του δράστη, επικαλούμενη το σκοτάδι που επικρατούσε στην περιοχή την ώρα της δολοφονίας, αλλά και την κατάστασή της εξαιτίας του δικού της τραυματισμού. Οι αστυνομικοί ερευνούν την ευρύτερη περιοχή για πειστήρια και εξετάζουν όλες τις πιθανές εκδοχές. Οι εικασίες καλύπτουν κάθε ενδεχόμενο:

-το κίνητρο της δολοφονίας και του τραυματισμού να ήταν η ληστεία.
-ο δράστης να πρόκειται περί «διεστραμμένου παθολογικώς τύπου», δηλαδή να προέρχεται από «τους μπανιστάς, όπως λέγονται ούτοι» (εφημερίδα «Η Απογευματινή» - 10/8/1953)
-το κίνητρο να αφορούσε σε λόγους αντιζηλίας, από την πλευρά είτε κάποιου παλιού εραστή της Σ. Μαναβάκη είτε κάποιας πρώην ερωμένης του Θ. Δέγλερη. Το «σενάριο» αυτό τροφοδοτεί και η αρχική σιωπή της Σ. Μαναβάκη, καθώς και η δήλωσή της πως δεν είναι σε θέση να δώσει τα χαρακτηριστικά του δράστη, γεγονός που βάζει σε ποικίλες σκέψεις τους αστυνομικούς και δίνει χαρακτηριστικούς τίτλους στις εφημερίδες εκείνων των ημερών: «Έχει μυστικόν η Μαναβάκη;» («εφημερίδα «Η Απογευματινή» - 7/8/1953), «Η Μαναβάκη γνωρίζει αλλά δεν θέλει να αποκαλύψη τον δράστη του διπλού εγκλήματος εν Βουλιαγμένη;» (εφημερίδα «Η Καθημερινή» - 8/8/1953)

Σκίτσο της εφημερίδας «Η Απογευματινή» (7/8/1953), με την
(φανταστική) αναπαράσταση της σκηνής του εγκλήματος

Μετά τις πρώτες ημέρες και ενώ το μυστήριο γύρω από τη δολοφονία μεγαλώνει, οι εφημερίδες, που αφιερώνουν στην υπόθεση πολλές σελίδες, «βαφτίζουν» τον δράστη ως «Δράκο της Βουλιαγμένης». Την ίδια στιγμή, γίνονται προσαγωγές υπόπτων και σεσημασμένων κακοποιών, η Σ. Μαναβάκη δίνει διαδοχικές καταθέσεις και οι εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές προχωρούν σε αναπαράσταση του εγκλήματος ώστε να διαφωτιστούν ορισμένα σκοτεινά σημεία. Τίποτα, ωστόσο, δεν φέρνει κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Επιπλέον, από το αρχείο ανασύρονται φάκελοι παλιότερων επιθέσεων στην περιοχή. Γίνεται γνωστό ότι, λίγες ημέρες νωρίτερα (στις 30 Ιουλίου), στην ίδια περιοχή ο Μιχάλης Καλλίτσης και η Ελισάβετ Καπρή είχαν δεχθεί, από άγνωστο, επίθεση με χειροβομβίδα με αποτέλεσμα να τραυματισθούν ελαφρά. Επιπλέον, επανεξετάζεται σοβαρά η παλιότερη υπόθεση του θανάτου του 23χρονου φοιτητή Φώτη Προβελέγγιου, ο οποίος το απόγευμα της 11ης Φεβρουαρίου του 1952 κι ενώ βρισκόταν με μία φίλη του σε ερημικό σημείο στο Μικρό Καβούρι, τραυματίστηκε θανάσιμα όταν δέχτηκε στον κρόταφο μια μεγάλη πέτρα. Τότε, είχε επικρατήσει η εκδοχή πως η πέτρα είχε αποσπαστεί από ένα βράχο της περιοχής, αλλά κάποιες μαρτυρίες έκαναν λόγο για έναν στρατιώτη, που παραφυλούσε και έσπευσε να εξαφανιστεί αμέσως μετά.

Μερικές ημέρες αργότερα, οι αστυνομικοί εντοπίζουν στην ευρύτερη περιοχή την τσάντα της Σ. Μαναβάκη, το πορτοφόλι της άδειο από χρήματα (σ.σ.: ο δράστης είχε αφαιρέσει από το εσωτερικό, περίπου 30.000 δρχ.) και τα πέδιλα του δράστη, που εγκατέλειψε διαφεύγοντας. Το σημαντικότερο, όμως, εύρημα είναι το όπλο του εγκλήματος, ένα πιστόλι «Σμιθ & Γουένσον», που βρίσκεται κρυμμένο σε απόσταση 200 μέτρων από το σημείο της δολοφονίας. Στα ευρήματα υπάρχουν δακτυλικά αποτυπώματα, όμως ο δράστης δεν είναι σεσημασμένος!

Η σφαίρα που αστόχησε, σφηνώθηκε στον κορμό ενός δένδρου
(φωτογραφία από τα αρχεία της Σήμανσης, δημοσιεύτηκε
στο περιοδικό «Επιθεώρησις Χωροφυλακής», Απρίλιος 1970)


Η περιοχή ερημώνει από επισκέπτες και οι αστυνομικοί οργανώνουν αποσπάσματα για τη σύλληψη του δράστη. Συγκεχυμένες πληροφορίες φθάνουν από πολίτες που υποστηρίζουν πως είδαν το δράστη σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Ένας βοσκός, μάλιστα, θα καταγγείλει πως ο «Δράκος της Βουλιαγμένης» τον κράτησε όμηρο από το βράδυ της 14ης ως το πρωί της 15ης Αυγούστου σε ερημικό σημείο της περιοχής του Σουνίου. Επικρατεί πλήρες σκοτάδι και έντονη σύγχυση, τη στιγμή που η ανησυχία του κόσμου διαρκώς διογκώνεται.

Σαν ταινία
Σε αυτό το κλίμα, το μεσημέρι της 18ης Αυγούστου, ο αστυνομικός συντάκτης της εφημερίδας «Ακρόπολις» Θόδωρος Δράκος αναλαμβάνει μια ιδιόμορφη πρωτοβουλία, επιχειρώντας να βοηθήσει στην αποκάλυψη του δολοφόνου και παραλλήλως να επιτύχει ένα εντυπωσιακό ρεπορτάζ.

«Στις 2.30 μ.μ. (…) μετέβην εντελώς απρόοπτα στον αριθμόν 19 της οδού Μετσόβου και εζήτησα να ιδώ την κυρία Ελένην Κικίδου, αναγνωρισμένο μέντιουμ της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών» θα γράψει ο ίδιος την επόμενη ημέρα στην «Ακρόπολη». «Εγνώριζα καλώς από σχετικές επιστημονικές μελέτες ότι υπάρχουν άτομα τα οποία έχουν το χάρισμα να ‘’βλέπουν’’ μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου και να διαβάζουν τη σκέψη του, όπως σε ένα βιβλίο. Επίσης, μπορούν να ζήσουν έντονα κάτι που έγινε και να το παραστήσουν με κάθε λεπτομέρεια. Κι εγώ ήθελα να μάθω πώς ακριβώς διεπράχθη το έγκλημα, ποιος ήταν ο δράστης του, γιατί εγκλημάτισε, πώς ακολούθως διέφυγε και πού σήμερα βρίσκεται κρυμμένος και αγωνιά».

Η Ελ. Κικίδου είχε μαθητεύσει κοντά στον ψυχίατρο Άγγελο Τανάγρα, ιδρυτή της «Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών» και ήταν διάσημη για τη διαισθητική της ικανότητα. Ήταν μέλος της «Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών» και άλλων ομοειδών οργανώσεων του εξωτερικού.


Η Ελένη Κικίδου, σε φωτογραφία εκείνης της εποχής

Δέχεται τον Θ. Δράκο και ακούει το αίτημά του. Όμως αρχικώς αρνείται, λέγοντας ότι η αποκάλυψη του δράστη «είναι έργον των ανακριτικών αρχών. Εμάς δεν μας επιτρέπουν να μπερδευόμαστε στα πόδια τους». Αλλά ο Θ. Δράκος επιμένει, επικαλούμενος την κοινή γνώμη «που αγωνιά να μάθη και να ησυχάση. Η ελάχιστη πληροφορία θα ήταν σημαντική στο έργον της ανακρίσεως». Οι αντιρρήσεις του μέντιουμ κάμπτονται και τελικώς πείθεται να πραγματοποιήσει ένα «πείραμα διοράσεως».

Το ίδιο βράδυ κατεβαίνουν, συνοδευόμενοι από τη βοηθό της Ελ. Κικίδου, στην Βουλιαγμένη και με βάρκα περνούν, απέναντι, στο Καβούρι. Με τη βοήθεια ενός μικρού φακού, ανηφορίζουν και οι τρεις ως το σημείο της δολοφονίας. Η ώρα είναι 10 το βράδυ.

«(…) Η κυρία Κικίδου οδηγούμενη από τη διορατικότητά της, απ’ την εκπληκτική διαίσθησή της πατάει ακριβώς στα βήματα του δολοφόνου. Νοιώθει έναν απερίγραπτον κλονισμόν, γέρνει πάνω στον ώμο της φίλης της. Και ξαφνικά αρχίζει να περιγράφει με εκπληκτικές λεπτομέρειες την σκηνήν της δολοφονίας.

‘’Ο δολοφόνος τους επλησίασε πολύ κοντά, πίσω από την πλάτη τους, στο πεύκο. Κάθησε εκεί τρία τέταρτα της ώρας και παρακολούθησε όλην την συνομιλίαν τους και τις τρυφερότητές τους. Έπειτα έφυγε από κει και ήρθε σ’ αυτό εδώ το πεύκο πλαγίως σε απόσταση δύο μέτρων. Τη στιγμή αυτήν η νέα ήτο ξαπλωμένη κατά γης. Επάνω της ο Δέγλερης εις τρυφεράν περίπτυξιν. Τότε ο δολοφόνος εκάθησε οκλαδόν και τους σημάδεψε και πυροβόλησε Είναι ψύχραιμος και έχει μια φοβερή κακία μέσα του. Δεν είναι τόσο κουτός, όσο τον φαντάζονται. Είναι ψηλός, μελαχρινός, έχει αφήσει τα πέδιλά του μακριά. Πυροβολεί επανειλημμένως και φεύγει (…) προς την αντίθετον κατεύθυνσιν και κρύβεται. Έπειτα κρύβει το πιστόλι κάτω από το μέρος των βράχων και επανέρχεται προς το θύμα του. Ο Δέγλερης δεν έχει ακόμα ξεψυχήσει. Του πιάνει το σφυγμό δήθεν και του κλέβει το ρολόι. Κλέβει ακόμα την τσάντα. Την ανοίγει, παίρνει το πορτοφόλι (…). Έπειτα εξαφανίζεται προς τον Λαιμόν. (…) Παίρνει μεταφορικόν μέσον, πιθανώς βάρκα και περνά απέναντι. Ξέρει από θάλασσα κι έχει ξαναμπή σε θάλασσα. Το ένα πόδι του είναι πληγωμένο από τις πέτρες, όπως έτρεχε ξυπόλητος. Έχει επίσης χαλασμένα δόντια … Του λείπουν πολλά δόντια (…)’’» (από το ρεπορτάζ εφημερίδας της «Ακρόπολις» στις 19/8/1953).

Η Ελ. Κικίδου, τη στιγμή του «πειράματος διοράσεως» στον τόπο
του εγκλήματος, στο Μικρό Καβούρι. Δίπλα της, ο δημοσιογράφος
Θ. Δράκος (φωτοτυπία φωτογραφίας, που δημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 19/8/1953)


Σύμφωνα με την ενόραση της Ελ. Κικίδου, ο δράστης «δεν ήτο αλήτης. Επρόκειτο περί ανθρώπου ικανού να αλλάζει κοστούμια (…). Το πιστόλι είναι τυλιγμένο με σπάγκους και είναι κάτω από μια πέτρα. (…) Δεν είναι μεγάλο πιστόλι (…) και δεν είναι δικό του. Ο δολοφόνος το έχει κλέψει από καιρό. Είναι υψηλός, αδύνατος, με εξαϋλωμένη φυσιογνωμία (…). Φορεί σκούρο παντελόνι και κοντό υποκάμισο. Φορεί τώρα λινά παπούτσια. Πρώτα φορούσε πέδιλα. Καφέ πέδιλα, μεγάλα, νούμερο 42. Όχι πολύ εφθαρμένα. (…) Κανείς δεν τον υποπτεύεται. Εργάζεται σ’ ένα εστιατόριο μέσα στην κουζίνα. Δεν βγαίνει έξω. Την νύκτα μόνο πηγαίνει και κοιμάται στο ύπαιθρο. Το μέρος που μένει δεν έχει δέντρα. Το όνομά του αρχίζει από Σ. Κάτι έχει πάθει αυτός ο άνθρωπος μικρός. Κάτι σοβαρό που του έχει από τότε αναστατώσει τη ζωή. Κάνει τον κουτό, αλλά δεν είναι κουτός. (…) Βλέπω στρατιώτες, αξιωματικούς, μα εκείνος δεν είναι στρατιώτης ούτε και μένει μαζί τους. (…)» (από το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ακρόπολις» στις 19/8/1953).

Το «περίφημο» πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «Ακρόπολης» στις 19 Αυγούστου 1953


Πολλά χρόνια αργότερα, η Ελ. Κικίδου θα πει, περιγράφοντας εκείνη την εμπειρία της: «Πριν αναμειχθώ στην υπόθεση (…) δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα, ούτε παρακολουθούσα ιδιαίτερα τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες. (…) Το πείραμα διήρκεσε περίπου 1-2 ώρες. (…) Όταν φτάσαμε στον τόπο του εγκλήματος, περπάτησα στα βήματα του δολοφόνου. Διότι έχει αποδειχθεί επιστημονικώς -αυτό λέγεται πείραμα ψυχομετρίας- ότι οι άνθρωποι αφήνουν την αύρα τους, μια ενέργεια, από κει που πέρασαν. Έρχεται σαν μια φωτογραφία στον εγκέφαλο. Είναι κάτι φοβερό. (…) Όλα τα έπιανα εν εγρηγόρσει, σαν ταινία. Δηλαδή, ‘‘είδα’’ όλο το έγκλημα, όπως έγινε. (…) Το καταπληκτικό ήταν ότι έκανα ακριβώς την κίνηση δείχνοντας την ουλή (…).Δηλαδή, φωτογραφία. Πόντο δεν έπεσα έξω. Είπα (σ.σ.: στον Θ. Δράκο) ‘’Έλα εδώ’’ για να μη μου φύγει η εικόνα. Λέω: ‘’Έχει μια ουλή από χαλασμένα δόντια’’. (…) Ήταν πολύ άγριο πράγμα, για μένα ήταν μια τραγωδία. Αρρώστησα ψυχικά για τρεις μήνες, επειδή είχα καταβάλει μεγάλη προσπάθεια, αλλά και συναισθηματικά (…)»

Την επόμενη ημέρα, η εφημερίδα «Ακρόπολις» δημοσιεύει το σχετικό ρεπορτάζ υπό τον εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο τίτλο: «Το μέντιουμ Ελένη Κικίδου, χθες την 10ην νυκτερινήν εις το Μικρό Καβούρι όπου εδολοφονήθη ο Δέγλερης, απεκάλυψε τον ‘’Δράκο της Βουλιαγμένης’’» και τον επεξηγηματικό υπέρτιτλο: «Με την βοήθειαν της ‘’διοράσεως’’ προς ανακάλυψιν του δολοφόνου». Το θέμα γίνεται το βασικό θέμα συζήτησης και η κυκλοφορία της εφημερίδας εκτινάσσεται στα ύψη. Η ίδια η Ελ. Κικίδου, πέντε δεκαετίες αργότερα θα πει πως «ο Θ. Δράκος με πλησίασε ανθρώπινα και όχι για να με χρησιμοποιήσει ώστε να κάνει μια δημοσιογραφική επιτυχία, αν και οι εφημερίδες του έγιναν ανάρπαστες. Ξέρετε τι λεφτά έβγαλαν από μένα;»



Συνεχίζεται

Wednesday, November 15, 2006

Υπόθεση Νίτα Μπέικερ - H Αμερικανίδα Μήδεια (II)

Οι δίκες

Το φθινόπωρο του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε η δίκη για την υπόθεση στο Κακουργιοδικείο Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τρεις ψυχίατροι, οι οποίοι είχαν εξετάσει την Ν. Μπέικερ, κατέθεσαν πως η κατηγορουμένη σκότωσε τα παιδιά της υπό το κράτος ψυχογενούς μελαγχολίας σοβαρής μορφής. Με τον στραγγαλισμό τους πίστευε πως διέπραττε μια «κατ’ επέκταση αυτοκτονία», ευεργετώντας τόσο τον εαυτό της όσο κι αυτά. Οι ένορκοι αποδέχτηκαν ότι η Ν. Μπέικερ εγκλημάτησε υπό το κράτος πλήρους σύγχυσης και το δικαστήριο αποφάσισε τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο και όχι στις φυλακές.

Όμως, ο εισαγγελέας ζήτησε να κηρυχθεί η απόφαση πεπλανημένη και λίγο αργότερα ο πρόεδρος του δικαστηρίου ανακοίνωσε πως η πρότασή του είχε γίνει δεκτή και η δίκη θα επαναλαμβανόταν. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η Ν. Μπέικερ μελετούσε στο κελί την Βίβλο, δεν έδειχνε σημάδια μεταμέλειας, ενώ εμφανιζόταν αδιάφορη για τη ζωή της. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν, λίγες μέρες πριν από την εναρκτήρια ημέρα της δεύτερης δίκης, την επισκέφθηκε ο συνήγορός της Στ. Τριανταφύλλου και την ρώτησε με ποια ποινή φυλάκισης θα ήταν ικανοποιημένη, εκείνη απάντησε κυνικά: «Θέλω να πεθάνω».

Ο πατέρας της Ν. Μπέικερ (αριστερά) με τους συνηγόρους υπεράσπισής της Στ. Τριανταφύλλου (στο μέσον) και Τ. Θεοφανόπουλο, λίγο πριν από την πρώτη δίκη

Την άνοιξη του 1962, η Ν. Μπέικερ κάθισε ξανά στο εδώλιο του κατηγορουμένου, αυτή τη φορά στο Κακουργιοδικείο Πειραιά. Στις καταθέσεις τους, τόσο ο Τζ. Μπέικερ όσο και η Β. Σιταρά αρνήθηκαν πως διατηρούσαν ερωτικό δεσμό και έκαναν λόγο για φιλική σχέση. Πάντως, ο Τζ. Μπέικερ στην κατάθεσή του παραδέχτηκε πως την ημέρα του εγκλήματος «είχα πάει με την Σιταρά μια εκδρομή στην Πεντέλη και μετά πήγαμε στον κινηματογράφο». Από την πλευρά της, η οικιακή βοηθός του ζευγαριού Μαρία Βλάχου περιέγραψε την Ν. Μπέικερ ως «υπόδειγμα μητέρας και συζύγου».

Έντονο προβληματισμό προκάλεσαν οι τοποθετήσεις τεσσάρων ψυχιάτρων, που συγκρούσθηκαν ως προς το εάν η κατηγορουμένη είχε συνείδηση ή όχι των πράξεών της. Ο καθηγητής Ψυχιατρικής Κ. Κωνσταντινίδης, ο οποίος είχε εξετάσει την Ν. Μπέικερ τέσσερις φορές κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι «κατά την διάπραξη του εγκλήματος, η κατηγορουμένη έπασχε από σοβαρή ψυχική πάθηση μετά μελαγχολίας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να δημιουργηθεί μια νοσηρά κατάσταση. (…) Την ώρα που διέπραττε το έγκλημα δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς της και ήταν σε τέτοια κατάσταση συγχύσεως, ώστε να έχει καταργηθεί εντελώς ο καταλογισμός της. Πιστεύω ακράδαντα ότι λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα η κατάστασή της χειροτέρευσε και εγκλημάτησε κάτω από το κράτος μιας αγχώδους μελαγχολίας».

Ο ψυχίατρος Κ. Μπούκης υποστήριξε πως «η κατάθλιψη υπήρχε δύο ή τρεις ημέρες πριν από το έγκλημα. (…) Αν δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την πρόθεσή της να αυτοκτονήσει οφείλεται στο γεγονός ότι το ψυχικό της σθένος είχε εξασθενήσει από τους αλλεπάλληλους στραγγαλισμούς», ενώ παρόμοια ήταν και η τοποθέτηση του υφηγητή Ψυχιατρικής Μ. Στριγγάρη, ο οποίος σημείωσε ότι η κατηγορουμένη «εγκλημάτησε κάτω από το κράτος μιας νοσηράς καταστάσεως».

Καθοριστική, ωστόσο, για την έκβαση της δίκης στάθηκε η κατάθεση του ψυχιάτρου Χ. Μικρόπουλου, ο οποίος την είχε εξετάσει μόλις δύο ημέρες μετά το έγκλημα: «Νομίζω ότι η κατηγορουμένη είχε αντίληψη του τι έκανε, αλλά διέπραξε το έγκλημα ακριβώς επειδή είχε ανώριμη προσωπικότητα και δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στη ζωή μαζί με τον σύζυγό της» τόνισε χαρακτηριστικά. «Ήταν τύπος σχιζοειδής. Η Μπέικερ ήταν κλειστός χαρακτήρας. (…) Δεν μπορούσε να εκφρασθεί και να αντιδράσει σε ό,τι έκανε ο άντρας της, (…) να του πει να αλλάξει τρόπο ζωής, ούτε καν να εξωτερικεύσει τον πόνο της. (…) Θα μπορούσε να σκοτώσει τον σύζυγό της, αλλά θεωρούσε ότι δεν άξιζε αυτός μια τέτοια τιμωρία. Ήθελε να αυτοκτονήσει. Αυτή ήταν η βαθύτερη επιθυμία της. (…) Αλλά θα άφηνε έτσι πίσω της τα παιδιά. Θα έπεφταν στα χέρια του συζύγου της. Θέλησε λοιπόν να τα λυτρώσει (…). Με την πράξη της αυτή ήθελε να εκδικηθεί και τον άπιστο σύζυγό της».

Η Ν. Μπέικερ, σε δύο χαρακτηριστικές στιγμές από τη δεύτερη δίκη

Στην απολογία της, η Ν. Μπέικερ δεν έδειξε καμιά μεταμέλεια για τα εγκλήματά της, υποστήριξε (αλλά χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία) ότι ο σύζυγός της ήταν βίαιος και πως η ίδια ήθελε να επιστρέψει στις Η.Π.Α. με τα παιδιά, αλλά δεν την άφηνε. «Τον φοβόμουν τον άντρα μου. Με κτυπούσε» είπε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε: «Σκότωσα τα παιδιά μου γιατί ήθελα να αναγκάσω τον άντρα μου να μην με κτυπά».

Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε το έγκλημα «αποτρόπαιο», τόνισε πως «η κατηγορουμένη την ώρα που διέπραττε το έγκλημα είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς της» και ζήτησε να κηρυχθεί ένοχη ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, με το ελαφρυντικό της μέτριας σύγχυσης. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής, ενώ από την πλευρά τους, οι συνήγοροι υπεράσπισης προσπάθησαν να πείσουν τους ενόρκους να επαναλάβουν την ετυμηγορία της πρώτης δίκης (πλήρη σύγχυση της Ν. Μπέικερ).

Τελικώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ν. Μπέικερ διέπραξε τους φόνους σε βρασμό ψυχικής ορμής και με το ελαφρυντικό της μέτριας σύγχυσης, της επέβαλε ποινή κάθειρξης 16 ετών.

Στιγμιότυπο από τη δεύτερη δίκη: όρθιος διακρίνεται ο συνήγορος υπεράσπισης Στ. Τριανταφύλλου. Στο βάθος, σκυφτή, η Ν. Μπέικερ με τα χέρια στο πρόσωπό της.

Δύο χρόνια αργότερα, έλαβε χάρη και επέστρεψε στις Η.Π.Α. Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους Ν. Κακαουνάκη και Ερρ. Μπαρτζινόπουλο, λίγα χρόνια μετά, έστειλε μια επιτολή στο δικηγόρο της Στ. Τριανταφύλλου στην οποία ανέφερε πως ήταν πια καλά, ότι νοσταλγεί την Ελλάδα και επιθυμούσε να την επισκεφθεί ξανά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο γράφων την εντόπισε τηλεφωνικώς στις Η.Π.Α., αλλά η ίδια, επιμόνως, αρνήθηκε να μιλήσει για την υπόθεση και για τη ζωή της εκεί.

Μια ταινία
Το 1978, ο διάσημος σκηνοθέτης Ζυλ Ντασέν, εμπνευσμένος από την υπόθεση της Ν. Μπέικερ, γύρισε την ταινία «A dream of passion» (ελληνικός τίτλος «Κραυγή γυναικών» ή «Η άλλη Μήδεια»). Η Μάγια (Μελίνα Μερκούρη) μια μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός, που πρόκειται να πρωταγωνιστήσει σε παράσταση της «Μήδειας» του Ευριπίδη, έρχεται αντιμέτωπη με την Ν. Μπέικερ (Μπρέντα στην ταινία, το ρόλο ερμήνευσε η Έλεν Μπερνστιν), η οποία βρίσκεται στις φυλακές Κορυδαλλού, για το φόνο των τριών παιδιών της. Η Μάγια κερδίζει σιγά-σιγά την εμπιστοσύνη της Μπρέντα και αναπτύσσει μαζί της μια ουσιαστική σχέση, περισσότερο ψυχολογική.

Η αφίσα της ταινίας

«Η ταυτόχρονη κραυγή των δύο γυναικών -της Μάγιας, την ώρα που σηκώνει το μαχαίρι για να σκοτώσει τα παιδιά της στη θεατρική παράσταση, και της Μάγιας, που προσεύχεται μέσα στη φυλακή- παίρνει μια σημασία συμβολική και γίνεται η κραυγή της σύγχρονης γυναίκας, που βρίσκεται σ’ έναν κόσμο καταπιεστικό» θα γράψει για την ταινία ο Ν. Φενέκ-Μικελίδης (εφ. «Ελευθεροτυπία», 30/10/1978), ενώ η κριτικός Μαριάν Μακντόναλντ θα σημειώσει πως στην ταινία αυτή το κοινό «δεν αναγνωρίζει τη σύγχρονη εποχή που κρύβεται πίσω από τον αρχαίο μύθο, αλλά αντίθετα βλέπει τον αρχαίο μύθο στη σύγχρονη εποχή».

Μια σκηνή από την ταινία. Αριστερά, η Μελίνα Μερκούρη και δεξιά, η Έλεν Μπέρνστιν

Η ταινία, μια ελληνοελβετική συμπαραγωγή, εκπροσώπησε επίσημα την Ελλάδα στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ Κανών του 1978.


Το γράμμα της Ν. Μπέικερ προς τον άντρα της

"Ελπίζω να είσαι τώρα ευχαριστημένος με αυτό που έγινε. Στα παιδιά μας εξασφάλισα ένα πολύ ήσυχο και χριστιανικό καταφύγιο, ώστε να μείνουν μακριά από το βούρκο μέσα στο οποίο είχε κυλισθεί ο πατέρας τους. Βαρέθηκα, φίλε, να ζω σε αυτό το σπίτι με τον εφιάλτη των καθημερινών οργίων σου. Είναι βέβαια τρομερό αυτό που έκανα και μεγάλη ντροπή για μένα να αναγκάζομαι να αφαιρέσω τη ζωή από αυτά τα τόσο όμορφα και καλά παιδιά, για τα οποία ξέρεις πόσο υπέφερα και υποφέρω στον άλλο κόσμο, γιατί με έσπρωξες να τους κόψω το νήμα της ζωής τους για να μην τ’ αφήσω να μεγαλώσουν και μάθουν τι έκανες.

Βαρέθηκα πια να ακούω κάθε βράδυ και από ένα ψέμα από το στόμα σου. Τώρα πληρώνουν και αυτά για τη φοβερή τακτική σου, πληρώνεις και εσύ. Θα έπρεπε, βέβαια, να τα σκεφτείς όλα αυτά πιο μπροστά. Θα έπρεπε να το φανταστείς πως μια μέρα ίσως τα πράγματα να έφθαναν σε αυτό το τραγικό τέλος. Δεν φταίω εγώ, αλλά εσύ που είχες υποχρέωση να τα σκεφθείς πριν αρχίσεις τα όργιά σου. Θα μου πεις πως μπορούσα να έχω λύσει και εγώ πιο μπροστά αυτό το ζήτημα εδώ και εννέα χρόνια. Τότε θα ήταν πολύ εύκολο και δεν θα έφθανα να αφαιρέσω τη ζωή τόσων πλασμάτων που δεν έφταιξαν. Το ήξερα πως θα μου άρχιζες το γυναικοκυνήγι κάποτε και πως δεν θα το άντεχα. Το πιοτό μπορώ να το αντέξω, ποτέ όμως τα όργιά σου που τόσο με είχαν πληγώσει. Τώρα, αν εκείνη είναι τόσο πιο ελκυστική από μένα και σου χαρίζει ωραιότερες στιγμές, ας σε κρατήσει. Ας υποχρεωθεί να πλένει εκείνη τα κοκκινάδια από το πουκάμισό σου. Εγώ βαρέθηκα πια, δεν είναι δυνατόν να αντέξω σε αυτή τη ζωή. Γι αυτό θέλησα να της θέσω τέρμα, παίρνοντας μαζί μου αυτά που είχε φέρει στον κόσμο. Θα μπορούσα, βέβαια, να τα αφήσω να ζήσουν γυρίζοντας μαζί τους στην Αμερική, όπου είχε μέρος να μείνω και να τα μεγαλώσω μακριά από τα καμώματά σου, αλλά δεν τα κατάφερνα και πάλι να φύγω γιατί θα άρχιζες τις υποσχέσεις σου και θα μου γύριζες τα μυαλά. Είσαι τόσο παράξενος, όμως, που δεν μπορεί κανείς να βασισθεί σε σένα. Δεν θα ωφελούσε, λοιπόν, μια τέτοια απόφασή μου επιστροφής στην Αμερική γιατί θα ναυαγούσε με την επέμβασή σου. Ξέρεις να τα κανονίζεις όλα με το μαλακό, πάντοτε όμως για τον εαυτό σου, χωρίς να λαμβάνεις και τον άλλο υπ’ όψη σου.

Έκανα υπομονή χρόνια ολόκληρα. Πίστευα στα λόγια σου, πως δεν ήταν τίποτα και ότι εξακολουθούσες να μου είσαι πιστός. Με γελούσες με τα γλυκόλογά σου, τώρα όμως πάνε τα ψέματα. Είναι καιρός που τα ξέρω όλα, δεν με γελάς. Ξέρω τι έκανες κάθε βράδυ με εκείνη ή εκείνες. Τώρα που δεν έχεις πια κανένα να ασχοληθείς μπορείς χα! χα! να συνεχίσεις τα όργιά σου. Κανείς δεν θα σε γκρινιάζει. Γλέντα όσο θέλεις και όπως θέλεις. Εγώ και τα παιδιά θα είμαστε μακριά και δεν θα βλέπουμε το κατάντημά σου».

(επίσημη μετάφραση της επιστολής, όπως περιλήφθηκε στη δικογραφία της υπόθεσης - από το αρχείο του γράφοντα).




ΠΗΓΕΣ

-εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»

-εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

-Ν. Κακαουνάκη – Ερρ. Μπαρτζινόπουλου: «Μεγάλες δίκες στην Ελλάδα», Αθήνα 1971

-Ευριπίδη: «Μήδεια» (εκδόσεις Κάκτος, 1992), μετάφραση Τ. Ρούσσου

Jules Dassin» (έκδοση του 34ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), επιμέλεια Αχ. Κυριακίδη

-Δημήτρη Κολιοδήμου: «Λεξικό ελληνικών ταινιών – από το 1914 μέχρι το 2000» (εκδόσεις Γένους, 2001)

-φωτογραφίες: αρχείο Πρακτορείου «Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ»

Monday, November 13, 2006

Υπόθεση Νίτα Μπέικερ - H Αμερικανίδα Μήδεια (I)




«Παρόλο που γνωρίζω
ποια φρίκη θα τολμήσω, πιο μεγάλος

είναι ο θυμός από τα λογικά μου»

Ευριπίδη: «Μήδεια» (στίχοι 1077-1079)


Το βράδυ του Σαββάτου 27 Μαΐου 1961 είναι μία ακόμα ζεστή, ανοιξιάτικη βραδιά και οι Αθηναίοι σπεύδουν να το εκμεταλλευτούν. Τα αυτοκίνητα πλημμυρίζουν την παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος, τα νυκτερινά κέντρα γεμίζουν και η μουσική ξεχύνεται από παντού.

Όμως σε μια μονοκατοικία του Καλαμακίου Αττικής, η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική. Η 28χρονη Αμερικανίδα Νίτα Μπέικερ, σύζυγος του Αμερικανού λοχία στη βάση Ελληνικού Τζόελ Μπέικερ, φωνάζει τα τρία της παιδιά -δύο κορίτσια και ένα αγόρι- από τον κήπο, όπου παίζουν. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Τους δίνει από ένα κομμάτι πουτίγκα κι ύστερα τα οδηγεί στα δωμάτιά τους για να κοιμηθούν. «Κοιμηθείτε, γιατί αύριο θα πάμε πολύ μακριά» τους λέει. Μετά, επιστρέφει στην κουζίνα, κάθεται στο τραπέζι και ανοίγει τη Βίβλο. Τη ξεφυλλίζει και στέκεται στην «Επί του Όρους ομιλία». Υπογραμμίζει τα σημεία που αναφέρονται στη μοιχεία και μετά σε ένα λευκό χαρτί γράφει ένα σύντομο γράμμα προς τον άντρα της. Στο βλέμμα της είναι φανερό πως έχει πάρει τις αποφάσεις της…


Νίτα Μπέικερ

Αφήνει στο τραπέζι το ιδιόχειρο κείμενο και την Βίβλο ανοιχτή στη σελίδα με το σημειωμένο απόσπασμα και κατευθύνεται στο υπνοδωμάτιο, όπου κοιμάται η μικρή της κόρη, ηλικίας μόλις 2,5 ετών. Στα χέρια της κρατά ένα κορδόνι. Πλησιάζει την κούνια, που βρίσκεται το κοριτσάκι, με αργές και ψύχραιμες κινήσεις τυλίγει το κορδόνι στο λαιμό του παιδιού και το σφίγγει. Όταν βεβαιώνεται πως το παιδί έχει πεθάνει, πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο, όπου τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της- το αγοράκι και το μεγαλύτερο κορίτσι- είναι βυθισμένα στον ύπνο. Για λίγα δευτερόλεπτα στέκεται πάνω τους και μετά παίρνει πάλι το κορδόνι. Στραγγαλίζει το κοριτσάκι και πλησιάζει στο μέρος του αγοριού. Εκείνο ξυπνά. Η γυναίκα το πιάνει από το λαιμό και τον σφίγγει. Το αγόρι προσπαθεί να αντιδράσει, αλλά η δύναμη της μητέρας του είναι ισχυρότερη. Ένας τελευταίος σπασμός και μετά το κορμί του παιδιού μένει ακίνητο.

Η Ν. Μπέικερ πηγαίνει στο σαλόνι. Με μια εφημερίδα φρακάρει την κεντρική πόρτα της μονοκατοικίας και ύστερα επιστρέφει στην κουζίνα. Παίρνει ένα μαχαίρι και επιχειρεί να το μπήξει στην καρωτίδα της, αλλά τα χέρια της τρέμουν από υπερένταση. Το μαχαίρι γλιστρά και πέφτει στο πάτωμα. Η Ν. Μπέικερ έχει τραυματιστεί ελαφρά. Βλέπει το αίμα της να τρέχει και λιποθυμά…

Λίγη ώρα αργότερα, στο σπίτι επιστρέφει ο σύζυγός της Τζόελ συνοδευόμενος από έναν συνάδελφό του. Ανυποψίαστος, ανοίγει με δυσκολία την εξώπορτα, που είναι φρακαρισμένη με την εφημερίδα. «Βρήκα τη γυναίκα μου μέσα σε μια λίμνη αίματος» θα πει αργότερα ο ίδιος, καταθέτοντας στη δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πειραιά. «Προχώρησα στο δωμάτιο των παιδιών. Τα βρήκα σκοτωμένα. Στην αρχή νόμισα ότι κοιμόντουσαν. Το αγόρι μου ήταν μπρούμυτα. Το αναποδογύρισα και με τρόμο είδα τα αίματα. (…) Το πρόσωπο της Σουζάνας ήταν κάτασπρο. Βρήκα νεκρή και την Κίτυ».

Τζόελ Μπέικερ

Συντετριμμένος, ο Τζ. Μπέικερ μεταφέρεται με νευρικό κλονισμό στο νοσοκομείο της αμερικανικής βάσης. Σε διπλανό θάλαμο νοσηλεύεται η σύζυγός του, που έχει διαφύγει το θάνατο…

Όταν οι λεπτομέρειες της υπόθεσης γίνονται γνωστές, μέσω των ρεπορτάζ των εφημερίδων, η κοινή γνώμη συγκλονίζεται. Λόγω των προφανών αναλογιών με το μύθο της Μήδειας, οι εφημερίδες φιλοξενούν τα ρεπορτάζ τους στις πρώτες σελίδες, υπό τους πηχυαίους τίτλους: «Μήδεια στο Καλαμάκι», «Σύζυγος Αμερικανού λοχία στραγγαλίζει τα τρία παιδιά της», «Απέτυχε η απόπειρα της Μήδειας του Καλαμακίου να αυτοκτονήσει», «Γιατί σκότωσε η Μπέικερ τα παιδιά της; Πρόκειται περί φρενοβλαβούς;»

Τα ερωτήματα ζητούν απαντήσεις και οι αστυνομικοί επιχειρούν να τις βρουν. Στις 31 Μαΐου και αφού οι γιατροί εκτιμούν πως η ασθενής τους μπορεί πια να μιλήσει, η Ν. Μπέικερ απολογείται: «(…) Πριν έξι μήνες ήμουν η πιο ευτυχισμένη μητέρα του κόσμου. Μετά, έμαθα ότι ο άντρας μου με απατούσε με μιαν άλλη. Δεν έπρεπε να ζήσουμε πια ούτε εγώ, ούτε τα παιδιά μου».

Το σπίτι της οικογένειας Μπέικερ στο Καλαμάκι,
όπου έγινε η τριπλή παιδοκτονία



«Η μοίρα μου με κυνηγούσε»
Ο Τζόελ Μπέικερ και η Νίτα γνωρίστηκαν το 1951 σε ένα φιλικό σπίτι στη Νότια Καρολίνα των Η.Π.Α.. Εκείνη εργαζόταν ως εμποροϋπάλληλος και εκείνος σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Σύμφωνα με τον Τζ. Μπέικερ «το αίσθημά μας ήταν δυνατό και σχεδόν αμέσως παντρευτήκαμε». Η Ν. Μπέικερ ήταν μια έντονα θρησκευόμενη γυναίκα (Λουθηρανή) και ο Τζ. Μπέικερ θα καταθέσει χαρακτηριστικά ενώπιον της αστυνομίας: «Η διασκέδασή της δεν ήταν άλλη από το να διαβάζει θρησκευτικά βιβλία. Το σπίτι ήταν γεμάτο με τέτοια».

Η ζωή του ζευγαριού κυλούσε αρμονικά, θα επαναλάβει πολλές φορές η Ν. Μπέικερ αλλά ο σύζυγός της θα διατυπώσει διαφορετική γνώμη: «Μας χώριζε ένα μεγάλο και αγεφύρωτο ψυχικό τραύμα (…). Περνούσαμε μια ζωή ήσυχη κι αδιάφορη, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη ανταπόκριση εκ μέρους της γυναίκας μου. Αν δεν υπήρχαν τα παιδιά θα είχαμε χωρίσει. Εκείνη ήταν κλεισμένη στον εαυτό της κι εγώ την αντιμετώπιζα με αδιαφορία. (…) Οι συζυγικές μας υποχρεώσεις ήταν απόλυτα ομαλές, αλλά δεν συναντούσα ανταπόκριση εκ μέρους της. Πάντως, από αρκετά χρόνια κοιμόμασταν χωριστά!» (κατάθεση Τζ. Μπέικερ στο Κακουργιοδικείο Πειραιά).

Ως στρατιωτικός, πλέον, το καλοκαίρι 1960 ο Τζ. Μπέικερ πήρε μετάθεση για την Ελλάδα και μαζί με τη Νίτα και τα τρία τους παιδιά εγκαταστάθηκαν στη μονοκατοικία του Καλαμακίου. Στα τέλη του 1960, ο Τζ. Μπέικερ γνώρισε την Βενετία Σιταρά, που εργαζόταν κι αυτή στην αμερικανική βάση. Συμφώνησαν να του κάνει μαθήματα ελληνικών, αλλά όπως κατέθεσε αργότερα η γυναίκα στους αστυνομικούς «σιγά-σιγά, αυτός άρχισε να με πιέζει να κάνουμε σχέση και μου έλεγε πως θα έκανε καμιά παλαβομάρα αν δεν δεχόμουνα. Δεν ήθελα να φέρω δυστυχία σε ένα σπίτι που πριν από λίγο καιρό ήταν γεμάτο ευτυχία. (…) Όμως, ο Μπέικερ ήταν αθεράπευτος και τελικά δέχθηκα τις προτάσεις του γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Πάντως, με βεβαίωνε ότι δεν θα άφηνε τη γυναίκα και τα παιδιά του. (…) Κάποια στιγμή, πήρα την απόφαση να χωρίσουμε. Μάλιστα μια μέρα έφυγα από τη βάση χωρίς να τον ειδοποιήσω, (…) ήρθε στο σπίτι μου έξω φρενών και δημιούργησε μικροεπεισόδιο. Προσπάθησα να το ξανακάνω αλλά διαπίστωσα ότι αυτή η τακτική δεν έχει αποτέλεσμα» (εφ. «Ακρόπολις» - 2/6/1961).

Η Ν. Μπέικερ προσάγεται στον ανακριτή

Η Ν. Μπέικερ άρχισε να υποψιάζεται πως κάποια άλλη γυναίκα είχε μπει στη ζωή του άντρα της. «Από τον Ιανουάριο τα πράγματα άλλαξαν» θα πει αργότερα η ίδια. «Η ζωή μου άρχισε να γίνεται μια κόλαση. Έχασα την ευτυχία μου, δεν ζούσα πια μέσα στα χάδια. Ο άνδρας μου άρχισε να μην με προσέχει πια, να μου φέρεται σκληρά και ψυχρά. Του ζητούσα εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του, αλλά αυτός δεν μου απαντούσε. Φώναζε και με απειλούσε πως θα ζητήσει να ξαναγυρίσει στην Αμερική. Έλεγα: ‘Πρέπει να τον συγχωρέσω, να κάνω πως δεν βλέπω και να ζήσω για τα παιδιά μου’. Αυτή η σκέψη με ανακούφιζε λίγο. Μα, μετά με έπιανε ξανά απελπισία. Τα βιβλία, όμως, και πάλι με έκαναν να ηρεμώ και να σκέφτομαι λογικά. Όμως, η μοίρα μου φαίνεται πως με κυνηγούσε…»

Εντελώς τυχαία, στις 26 Μαΐου η Ν. Μπέικερ ανακάλυψε στα προσωπικά αντικείμενα του άντρα της μια φωτογραφία, όπου απεικονιζόταν ο ίδιος αγκαλιά με τη Β. Σιταρά. Ένοιωσε απόγνωση. «Σκέφθηκα πως ύστερα από όσα ανακάλυψα, δεν είχαμε θέση στον κόσμο ούτε εγώ, ούτε τα παιδιά μου» θα πει στους αστυνομικούς. Μερικές ώρες αργότερα, θα έμπαινε για τελευταία φορά στα παιδικά δωμάτια…


Συνεχίζεται

Thursday, November 02, 2006

Ο δράκος της Καλογρέζας


Αθήνα, Κυριακή 26 Ιανουαρίου 1936. Οι Έλληνες πολίτες προσέρχονται στις κάλπες για να εκλέξουν τη νέα κυβέρνηση της χώρας, μετά το πολιτικό αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί από τις εξελίξεις του θυελλώδους 1935 (αποτυχημένο αντιμοναρχικό κίνημα αξιωματικών με την έγκριση του Ελ. Βενιζέλου τον Μάρτιο, εκλογές με την αποχή των βενιζελικών και νικητές τους Π. Τσαλδάρη και Γ. Κονδύλη τον Ιούνιο, κίνημα του Γ. Κονδύλη και εγκαθίδρυση δικτατορίας τον Οκτώβριο, δημοψήφισμα υπέρ της επιστροφής του Γεωργίου Β’ και της βασιλείας τον Νοέμβριο). Χωρίς να το γνωρίζουν, είναι η τελευταία φορά που θα ψηφίσουν για τα επόμενα δέκα χρόνια! Λίγους μήνες αργότερα, ο Ι. Μεταξάς με τη συγκατάθεση του βασιλιά Γεωργίου Β΄, θα προχωρήσει σε συνταγματικό πραξικόπημα καταργώντας το Κοινοβούλιο και επιβάλλοντας το ολοκληρωτικό καθεστώς της «4ης Αυγούστου», το οποίο θα καταρρεύσει με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1941.

Στις 5 το απόγευμα της 27ης Ιανουαρίου, ο Βασίλης Ουραλίδης, κάτοικος της ερημικής -τότε- περιοχής της Καλογρέζας Αττικής, αναζητεί την 5χρονη κόρη του Φωτεινή, η οποία λίγη ώρα νωρίτερα είχε εξαφανιστεί, ενώ έπαιζε με συνομήλικα της κορίτσια στη γειτονιά. Από τις φίλες της κόρης του πληροφορείται πως η Φωτεινή είχε απομακρυνθεί, λίγη ώρα πριν, μαζί με τον Δαμιανό Μαυρομάτη. Το όνομα του 32χρονου πρόσφυγα από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας μετατρέπει την ελαφρά ανησυχία του πατέρα σε αλλοφροσύνη: ο Δ. Μαυρομάτης ζούσε μόνος του σε μία από τις σπηλιές που υπήρχαν, τότε, στην Καλογρέζα και εργαζόταν σποραδικά σε τουβλοποιεία της περιοχής. Ήταν αλκοολικός και έκανε συχνά χρήση χασίς, ενώ παλιότερα είχε νοσηλευτεί στη ψυχιατρική κλινική της Αγίας Ελεούσας λόγω «ψυχοπαθητικής παιδοφιλίας». Λίγες ημέρες πριν, είχε αποπειραθεί να παρασύρει την επίσης 5χρονη Χαρίκλεια Πασχαλίδη, αλλά την τελευταία στιγμή ο πατέρας της είχε αντιληφθεί το περιστατικό και είχε καταφέρει να αποσπάσει την κόρη του από τα χέρια του Δ. Μαυρομάτη, αφού πρώτα τον ξυλοκόπησε. Επιπλέον, κυκλοφορούσαν έντονες φήμες πως, στο παρελθόν, ο Δ. Μαυρομάτης συνήθιζε να επιτίθεται σε μικρά παιδιά με σκοπό να τα κακοποιήσει.


Ο Δαμιανός Μαυρομάτης

Μια ώρα νωρίτερα, ο Δ. Μαυρομάτης, περιπλανώμενος στην περιοχή, είχε εντοπίσει μία ομάδα νεαρών κοριτσιών, που έπαιζαν στη γειτονιά. Από την ομάδα, ξεχώρισε τη Φωτεινή. Την πλησίασε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Ύστερα της έδωσε δύο καραμέλες -όπως συνήθιζε- και της πρότεινε να τον ακολουθήσει για να της δώσει και άλλες. Απομακρύνθηκαν και περπάτησαν μία, περίπου, ώρα μέσα στο δάσος της περιοχής, ώσπου η μικρή κουράστηκε και ο Δ. Μαυρομάτης την πήρε αγκαλιά και την οδήγησε στην σπηλιά όπου διέμενε.

Ο Β. Ουραλίδης ειδοποιεί αμέσως τις τοπικές αστυνομικές αρχές, ενώ παράλληλα μαζί με άλλους κατοίκους της περιοχής συγκροτούν «συνεργεία» για τον εντοπισμό του Δ. Μαυρομάτη και κυρίως της Φωτεινής. Λίγη ώρα αργότερα και ενώ οι έρευνες έχουν ενταθεί, δύο κάτοικοι της περιοχής βλέπουν έντρομοι τον Δ. Μαυρομάτη στην είσοδο της σπηλιάς να κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του την Φωτεινή. Το μικρό κορίτσι είναι μισόγυμνο και αιμόφυρτο. Αμέσως, πέφτουν πάνω του και με τη βία αποσπούν από τα χέρια του το σώμα της Φωτεινής και σύρουν τον ίδιο έξω από τη σπηλιά. Εκείνος, δείχνει να μην αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συμβαίνει. «Μη θυμώνετε. Θέλετε να πάω στη φυλακή; Τον ξέρω το δρόμο. Πάμε!» λέει αφοπλιστικά στους διώκτες του.

Ο δράστης παραδίδεται σε χωροφύλακες, που στο μεταξύ έχουν ειδοποιηθεί σχετικά, οι οποίοι τον οδηγούν στο τμήμα Καλογρέζας. Εκεί, κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του από τους αστυνομικούς, αναφέρει: «(…) Η μικρούλα ήταν η ομορφότερη και γι αυτό τη διάλεξα. Δεν μου έκανε παραπάνω, δεν μου μίλησε για να καταλάβω τι γίνεται. Κινούσε, όμως, τα χεράκια της. Μεθυσμένος ήμουνα και το επλήρωσε με το αίμα της (…). Και εγώ τη λυπήθηκα! Δεν απομακρυνόμουν από το πτώμα γιατί με τραβούσε το αίμα! (…)».

Παράλληλα με τη σύλληψη του Δ. Μαυρομάτη, η μικρή Φωτεινή μεταφέρεται σε κοντινό φαρμακείο για να της γίνει ένεση καμφοράς. Μάταιος κόπος, καθώς βρίσκεται ήδη σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Πεθαίνει, λίγη ώρα αργότερα, από ακατάσχετη αιμορραγία. Η κηδεία της θα πραγματοποιηθεί την επόμενη ημέρα.

Η είδηση του θανάτου της συγκλονίζει την κοινή γνώμη και κινητοποιεί τις αστυνομικές αρχές, που εσπευσμένα ανασύρουν από το αρχείο όλες τις υποθέσεις εξαφάνισης παιδιών από την περιοχή, το τελευταίο διάστημα. Οι φήμες σχετικά με τη δράση του Δ. Μαυρομάτη οργιάζουν. Κάποιες πληροφορίες κάνουν λόγο για επτά παιδιά που έχουν πέσει θύματά του. Οι έρευνες δεν αργούν να φέρουν αποτέλεσμα …

Το απόγευμα της Τετάρτης 29 Ιανουαρίου, δύο πολίτες που βοηθούν τις αστυνομικές αρχές στο έργο τους, εντοπίζουν σε απόσταση διακοσίων μέτρων από το χώρο που είχε βρεθεί το σώμα της μικρής Φωτεινής, μία μικρή σπηλιά από την οποία αναδύεται έντονη δυσοσμία. Με προσεκτικές κινήσεις μπαίνουν στο εσωτερικό της αναζητώντας κάποια πιθανά ίχνη. Στο βάθος, παρατηρούν μία στοίβα από πεθαμένα κοτόπουλα. Υποθέτουν ότι η έντονη, αφόρητη μυρουδιά προέρχεται από αυτά και είναι έτοιμοι να απομακρυνθούν όταν ο ένας από αυτούς, περισσότερο από ένστικτο, επιχειρεί να παραμερίσει με το πόδι του τον όγκο των πεθαμένων πουλερικών. Το παπούτσι του συναντά έναν μεγαλύτερο όγκο. Οι δύο άνδρες φωτίζουν το σημείο και βρίσκονται μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα: ένα μισόγυμνο πτώμα μικρού παιδιού με σημάδια αποσύνθεσης, μάτια διασταλμένα και πρόσωπό στεγνό και ωχρό. Το μακάβριο σκηνικό συμπληρώνουν κάποια ζωύφια, που βγαίνουν από το στόμα και τα αυτιά. Το παιδί είναι δεμένο στα χέρια και τα πόδια με κομμάτια σύρματος, κουρέλια και κομμένες λωρίδες υφάσματος από τα ρούχα του.

Αμέσως, οι δύο άνδρες ειδοποιούν τους χωροφύλακες, που προστρέχουν στο σημείο. Ο αξιωματικός που είναι επικεφαλής των ερευνών, διατάζει να μην μετακινηθεί τίποτα εντός του σπηλαίου μέχρι να φθάσουν οι ιατροδικαστές και τα φωτογραφικά συνεργεία της Σήμανσης. Στο μεταξύ, έχει γίνει γνωστή και η ταυτότητα του θύματος. Πρόκειται για τον 8χρονο Στέλιο Βλαντή, κάτοικο Νέας Ιωνίας Αττικής, ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 28 Νοεμβρίου 1935.

Όλο το βράδυ, οι γονείς και οι συγγενείς του μικρού Στέλιου περιφέρονται έξω από το σπήλαιο, καθώς χωροφύλακες απαγορεύουν την είσοδο σ’ αυτό, ανάβοντας κεριά και θρηνώντας το χαμό του.

Την επόμενη ημέρα, το πτώμα το άτυχου Στέλιου μεταφέρεται στο νεκροτομείο και λίγες ώρες αργότερα πραγματοποιείται η νεκροψία. Οι ιατροδικαστές διαπιστώνουν ότι ο μικρός Στέλιος είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά μετά το θάνατό του, ενώ ο θάνατος του είχε προέλθει από ασφυξία. Ακόμα, διαπιστώνεται πως έχει γίνει αφαίμαξη σημαντικού μέρους του αίματός του. Μετά το πέρας της εξέτασης, ο ιατροδικαστής Γ. Τρουπάκης (σ.σ.: είναι ο ίδιος που είχε εξετάσει και το πτώμα του Δ. Αθανασόπουλου, στην υπόθεση του εγκλήματος στου Χαροκόπου, το 1931) δηλώνει απερίφραστα: «Ο Μαυρομάτης είναι σαδιστής»! Στη συνέχεια, το σώμα του Στέλιου παραδίδεται στους οικείους του και το απόγευμα της ίδιας μέρας πραγματοποιείται η κηδεία του, στο νεκροταφείο των Πατησίων.

Παράλληλα, οι έρευνες της αστυνομίας στην περιοχή του δάσους της Καλογρέζας και του Βεΐκου συνεχίζονται με εντατικότερους ρυθμούς. Ένα ματωμένο πουκάμισο, μικρού μεγέθους, που βρίσκεται σε μία άλλη σπηλιά της περιοχής δεν και ανήκει ούτε στη Φωτεινή Ουραλίδου, ούτε στον Στέλιο Βλαντή δημιουργεί υποψίες ότι ενδεχομένως να υπάρχει κι άλλο πτώμα. Ωστόσο, παρά την εξονυχιστική εξέταση όλων των πιθανών σημείων, η έρευνα δεν αποδίδει καρπούς.

«Όλοι με διώχνουν»

Η αποκάλυψη των δύο φόνων και κυρίως των λεπτομερειών τους, προκαλεί φρίκη στην κοινή γνώμη και συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της, παρά τις έντονες μετεκλογικές ζυμώσεις και πολιτικές εξελίξεις εκείνων των ημερών (στις εκλογές, οι δύο μεγάλες παρατάξεις της εποχής -αντιβενιζελικοί και βενιζελικοί- αναδείχθηκαν περίπου ισόπαλες, με ρυθμιστή της κατάστασης το «Παλλαϊκό Μέτωπο», το οποίο είχε ως δεσπόζουσα δύναμη το Κ.Κ.Ε.). Οι εφημερίδες δημοσιεύουν εκτενή ρεπορτάζ και αποσπασματικές δηλώσεις του Δ. Μαυρομάτη (τον οποίο έχουν ήδη βαφτίσει ως τον «δράκο της Καλογρέζας»), που κάνει κατά τις προσαγωγές του στον ανακριτή και τον εισαγγελέα. Εξάλλου, και οι ξένοι ανταποκριτές αποστέλλουν μακροσκελή τηλεγραφήματα στις εφημερίδες τους, παραλληλίζοντας τη δράση του Δ. Μαυρομάτη με εκείνη του Γερμανού Peter Kurten, ο οποίος σε διάστημα 14 μηνών το 1929-1930 διέπραξε εννέα δολοφονίες -νεαρών γυναικών και παιδιών- επτά απόπειρες φόνου και άλλα μικρότερα αδικήματα (εμπρησμούς κ.α.), «αποκτώντας» το προσωνύμιο «Το βαμπίρ του Ντίσελντορφ»!

Οι απόψεις των ψυχιάτρων που, παλιότερα, είχαν εξετάσει το Δ. Μαυρομάτη συγκρούονται: άλλοι υποστηρίζουν πως ο δράστης πάσχει από «τοξικήν φρενίτιδαν» σε συνδυασμό με «ψυχοπάθεια του ερωτισμού» που έχει ενταθεί λόγω της χρόνιας χρήσης αλκοόλ και χασίς και πως είναι «έκφυλος, ψυχοπαθής, με νοσηράς διαστροφάς», ενώ άλλοι τονίζουν πως παλαιότερα έπασχε από «σύνδρομα ψυχικής ανισορροπίας» τα οποία, όμως, έχουν θεραπευθεί μετά την παραμονή του σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Στο «διάλογο» αυτό θα εμπλακεί και το Υπουργείο Υγιεινής εκδίδοντας ανακοίνωση (στις 31 Ιανουαρίου), στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής:

«Ο Δημήτριος Βασιλείου Δαμιανός ή Δαμιανός Μαυρομάτης εισήχθη εις το Δημόσιον Ψυχιατρείον την 3ην Οκτωβρίου του 1934, ως πάσχων εξ΄ αλκοολικής ψυχοπάθειας. Παρέμεινεν υπό θεραπείαν μέχρι της 17ης Οκτωβρίου του 1935, ότε και εξήλθεν ως ιαθείς. Έκτοτε, ουδεμία αρχή ούτε πολίτης ώχλησεν το Υπουργείον περί του ασθενούς τούτου δια την τυχόν επανείσοδον και ιατρικήν παρατήρησιν εις θεραπευτήριον».

Την ίδια ώρα, ο Δ. Μαυρομάτης, παρά τα συντριπτικά στοιχεία σε βάρος του, εξακολουθεί να αρνείται, ενώπιον του ανακριτή, την ένοχή του για τη δολοφονία του Στέλιου Βλαντή. «Μην με ρωτάτε για το φόνο του αγοριού. Δεν ξέρω τίποτα» επαναλαμβάνει στερεότυπα. Οι αστυνομικοί, για να κάμψουν τις αντιρρήσεις του και γνωρίζοντας την αδυναμία του στο χασίς, του προσφέρουν μία μικρή δόση. Στη θέα της, ο Δ. Μαυρομάτης αλλάζει στάση και ομολογεί το έγκλημά του με κάθε λεπτομέρεια:

«Μετά την αποφυλάκισή μου από τας φυλακάς Ωρωπού» λέει «όπου είχα καταδικασθεί σε 6 μηνών φυλάκιση, επήγα στο σπίτι της αδελφής μου στην Ελευθερούπολη της Νέας Ιωνίας. Ο γαμπρός μου κάθε μέρα έβριζε την αδελφή μου ως που μία μέρα δεν βάστηξα και του επιτέθηκα με ένα μαχαίρι. Στο διάστημα αυτό έκανα συχνά φασαρίες, ζητώντας εκδίκηση από τον γαμπρό μου, οπότε με έπιασαν και με πήγαν στο ψυχιατρείο της Αγίας Ελεούσας στην Καλλιθέα. Εκεί έμεινα ένα μήνα, ως που μια μέρα πήδηξα από το παράθυρο και έφυγα. Με ξανάπιασαν και με ξαναέκλεισαν στο φρενοκομείο, όπου έμεινα δύο μήνες, αλλά και πάλι κατόρθωσα με άλλους δύο μαζί να το σκάσω. Ύστερα από λίγες ημέρες, με έπιασαν και με πήγαν στο Δαφνί. Επειδή, όμως, έπασχα από σκωληκοειδίτιδα με πήγαν στο νοσοκομείο των Ποδαράδων, όπου έκαμα εγχείρηση και από όπου βγήκα μετά 18 ημέρες.

»Μόλις βγήκα από το νοσοκομείο, επήγα πίσω μόνος μου στο Δαφνί αλλά δεν με δέχτηκαν με τη δικαιολογία ότι δεν είχαν κρεβάτι. Πήγα, τότε, στην Καλογρέζα, όπου ζούσα κάμοντας θελήματα. Εκεί, η κοινωνία με πείραζε, τα δε μικρά παιδιά μ΄ έριχναν πέτρες φωνάζοντας πως είμαι τρελός. Δεν έβρισκα ησυχία και αποφάσισα να εκδικηθώ. Παλιότερα, όταν με είχαν πάει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, πήρα ένα πιστόλι από έναν αστυνόμο και προσπάθησα να πυροβολήσω αυτούς που με πείραζαν. Με πρόλαβαν, όμως, και μου πήραν το όπλο.

»Ένα απόγευμα, καθώς ήμουνα μεθυσμένος, κατόρθωσα με μερικές καραμέλες να παρασύρω έναν μικρό 7-8 χρονών και τον οδήγησα σε μία σπηλιά, κοντά στην Καλογρέζα. Εκεί, αφού τον εκακοποίησα, τον έπνιξα με ένα σύρμα. Πήρα έπειτα το πτώμα από τη σπηλιά, όπου και το έθαψα σκάβοντας με τα νύχια μου. Για να μην προκαλέσω δε την προσοχή των περαστικών από τη βρώμα του πτώματος, ευρήκα παραπέρα, μέσα σε κάτι σκουπίδια, τρεις κότες ψόφιες τις οποίες επήρα και τις έριξα πάνω στο πτώμα του παιδιού. Κάπου-κάπου, επειδή γινόταν λόγος για χαμένα παιδιά στην περιοχή, πήγαινα στην σπηλιά για να ιδώ αν βρίσκεται ακόμα το πτώμα εκεί ή μήπως είχε ανακαλυφθεί».

Αργότερα, στους δημοσιογράφους που τον περιμένουν έξω από το γραφείο του ανακριτή, θα προσθέσει: «(…) Ήθελα να πάω και φυλακή. Όλοι με διώχνουν από κοντά τους …».

Ο Δ. Μαυρομάτης, χαμογελά στο φακό, μετά τη σύλληψή του

Η δίκη

Η δίκη του Δ. Μαυρομάτη διεξήχθη στις 6 και 7 Οκτωβρίου του 1936 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών. Ως μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν οι γονείς των δύο άτυχων θυμάτων, οι οποίοι εξιστόρησαν τις συνθήκες υπό τις οποίες εξαφανίστηκαν τα παιδιά τους και τον τρόπο με τον οποίο βρέθηκαν αργότερα κακοποιημένα από τον κατηγορούμενο. Ακόμα, άλλοι κάτοικοι της περιοχής συμπλήρωσαν ότι, παλαιότερα, ο Δ. Μαυρομάτης είχε αποπειραθεί να απαγάγει και άλλα παιδιά της περιοχής, προσφέροντάς τους ως δέλεαρ λίγες καραμέλες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν -κατά τη διάρκεια της δεύτερης ημέρας της ακροαματικής διαδικασίας- οι καταθέσεις δύο ψυχιάτρων που είχαν εξετάσει τον κατηγορούμενο, οι οποίοι διαφώνησαν στο κρίσιμο ερώτημα αν ο Δ. Μαυρομάτης είχε πλήρη ή μειωμένη ευθύνη των πράξεών του.

Ο ίδιος σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας παρέμεινε σιωπηλός και στο τέλος αρνήθηκε να απολογηθεί, αν και κλήθηκε επανειλημμένως από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις του εισαγγελέα και των συνηγόρων υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής και λίγη ώρα αργότερα, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του με την οποία καταδίκαζε το Δ. Μαυρομάτη στην ποινή των ισοβίων δεσμών. Από το εκτελεστικό απόσπασμα τον έσωσε η ετυμηγορία των ενόρκων, που παραδέχθηκαν μέτρια σύγχυση του κατηγορουμένου κατά την τέλεση των πράξεών του.

Λίγα χρόνια αργότερα, πέθανε στη φυλακή, εκτίοντας την ποινή του.

ΠΗΓΕΣ
-εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»
-εφημερίδα «ΠΡΩΙΑ»
-εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ»
-πρακτικά Κακουργιοδικείου Αθηνών – Δίκη Δαμιανού Μαυρομάτη, 6-7 Οκτωβρίου 1936